Xρόνο με το χρόνο, ώρα με την ώρα, λεπτό προς λεπτό, στάζει χρώμα πορφυρό στο δέρμα. Εμποτίζει τα κύτταρα τυλίγει τη καρδιά διαθλάται στο βλέμμα. Κόκκινο της φωτιάς κόκκινο του αίματος. Επιπλέω σε κόκκινα νερά, χωρίς σωσίβιο, χωρίς γιατί. Έτσι ανεξήγητος ο έρωτας εισβάλλει στη ζωή μου.
Mοιάζει η νύχτα με στρείδι που ανοίγει , σε βάθη απύθμενα , σε μυστικά νερά . Μαργαριτάρι που με το φως δειλά σμίγει στων ονείρων τη θάλασσα προβάλλει νοερά.
Φύκια το τυλίγουνε με άχτι, να μην το δει ανθρώπου μάτι. Ψάρια το ζυγώνουνε και λοξοδρομούνε λάμψη ανείπωτη άθελά τους μαρτυρούνε.
Κόσμημα είναι η νύχτα αληθινά λίγοι οι τυχεροί που το ‘χουν νιώσει. Της μέρας τα πατήματα φθηνά, ποιος νυχτοπερπάτησε και το ‘χει μετανιώσει?
Φήμη της βγάλανε ότι είναι σκοτεινή μα θαμπώνεται αυτός που ξέρει να κοιτά. Τόσο αγαπημένη από παλιά, παντοτινή μα σε πολλούς απαγορεύτηκε ρητά.
Φεγγαροϊσκιωτη γυρνώ, νύχτα να χορτάσω η μέρα θα ‘ρθει, πάλι θα λουφάξω. Δεν γνωρίζω σε τι όρια θα φτάσω, αν το μυστήριο το διάχυτο κάνω να συνάξω.
Κοχύλια μου φαντάζουνε οι μεγάλοι δρόμοι, μέσα τους φυλακίζουνε την πόλη που κοιμάται. Ρουφήχτρες τα σοκάκια, βρώμικοι υπόνομοι, Θεριό αδάμαστο που έχει ξυπνήσει και βρυχάται.
Μεσημβρινό φως που καίει τα μάτια Ρίχνει ανελέητο φως στη μιζέρια επάνω και ‘ μποδίζει το χαμνό, της νύχτας τα παλάτια που καρτερώ συχνά κι όλα τα χάνω.
Νερό να ζήταγες στην έρημο Τόσο άπληστα δεν θα το κοιτούσες. Στην ερημική σου διαδρομή γυρεύεις κάθε φορά, το σπίτι αυτό το ανέραστο, Που στέκεται ασάλευτο, πεισματικά κόντρα στους αέρηδες και στο Βαρδάρη. Τι ψυχές το δέρνουν, τι ζωές το συντηρούν. Η αίγλη η παλιά την ασχήμια διώχνει. Μυρμήγκια όλοι μας, γυρίζουμε τρελά. Πόσο τυφλοί, τη φωλιά μας δεν θωρούμε. Κάθε πρωί μπρος μας, μα δε νιώθουμε. Το σπίτι των δικαστηρίων, ο μάρτυρας των όλων όσων αφήσαμε ν’ αργοπεθαίνουν.
Κάπου εκεί σε μια οθόνη και στον ήχο των πλήκτρων με περίμενες θαρρείς από καιρό, ετοιμαζόσουν να με ανταμώσεις. Μια εικόνα σου ανέμελη, ωραία, στη θάλασσα, σε ξένοιαστα καλοκαίρια. Μα με μια ψυχή παιδεμένη, και μια ατράνταχτη θέληση για ζωή. Τράβηξες τη γραμμή, κόκκινη, κατακόκκινη στο μαύρο πίνακα της ζωής μου. Και τον γέμισες χρώμα, σχήματα και κύκλους Εσύ αγαπημένε, που απρόσμενα ήρθες από το πιο απίθανο μέρος, έσπρωξες γοργά το αίμα στις φλέβες μου και εγκλώβισες στη σκέψη μου το όνομά σου. Το να σε σκέφτομαι πια είναι ανάγκη, το να σε δω βαθιά επιθυμία. Όλα τα άλλα μηχανικές ενέργειες που περιμένουν τη μεγάλη στιγμή.
Μαχαίρι κάθε μολυβιά, πληγή η κάθε λέξη. κάθε φράση ένας γκρεμός, πέφτεις, τσακίζεσαι, ματώνεις και πάλι σκαρφαλώνεις.
Γραπώνεις κάθε πέτρα, πατάς σε έδαφος σαθρό κι όλο ψάχνεις το χέρι που θα σε κρατά να μη χαθείς στις απύθμενες χαράδρες της ζωής και του θανάτου.
Και ενώ θα έπρεπε να αφήσεις την ψυχή σου δωμάτιο κλειστό, χωρίς ίχνος φωτός, πίσσα σκοτάδι ολοένα ανοίγουν χαραμάδες που μπάζουν πότε τις πρώτες ηλιαχτίδες πότε τις ψεύτικες λάμψεις της νυκτός.
Και αντί να γυρίσεις το κλειδί, για να ανθίσει πάλι ο κήπος της ζωή σου, Αφήνεις πάλι ανοικτά, δεν έμαθες ακόμα ότι οι ληστές καραδοκούν, οι χειμώνες θα παγώσουν τους σπόρους που με τόσο κόπο διαφύλαξες από τόσες μπόρες, τόσες καταιγίδες. Δεν έμαθες ακόμα, πότε θα μάθεις? Πόσα άνθη θα τσαλαπατηθούν, πόσα φρούτα θα λιωθούν, πόσα παράσιτα θα μολύνουν το κήπο της ψυχής σου? Ακόμα να μάθεις…