Έφηβη νύχτα, άπνοη Παιδιά γυμνά Βαδίσαμε αργά μες στα νερά να μετρηθούμε ό,τι φοβόμαστε: το πυκνό σκοτάδι τον αλμυρό κόσμο το φλεγόμενο σώμα Η ανάσα μας είχε πάψει Ακούγαμε μόνο το νερό καθώς σχιζόταν Σαν έκρυψε τα στήθη μας σταθήκαμε Ησυχάσαμε την αναπνοή που επέστρεψε με βία Άρχισε τότε να ξεδιπλώνεται στην ακοή μας το θαύμα Από πολύ μακριά, από πολύ βαθιά Η φωνή της θάλασσας Το υγρό τραγούδι Η υπόσχεσή της σ’ έναν συριγμό αθόρυβο Ο χορός της σ’ ένα ακίνητο σύρσιμο Αιώνια μήτρα και τροφός Παντοτινή αγκαλιά Ξεκουράζει τις στεριές, ετοιμάζει τη ζωή, γεμίζει τις αμμούδες πλάσματα Ξέρει καθέναν με τ’ όνομά του Τραγουδά τα ονόματά μας Το δικό σου και το δικό μου Εκείνη μας γνωρίζει όλους Μετράει τους κόκκους της άμμου που είμαστε ωχροί στους βυθούς Μας δείχνει έξω ψηλά, μακριά το φως γαλανό Ανεβαίνουμε λευκές δροσοστάλες στους αφρούς Μας ωθεί στην έξοδο διάφανες πνοές μες απ’ τους δρόμους του ανέμου που την ενώνουν με τον ουρανό Τα κορμιά εκφέρουν την αλμύρα της τη στιγμή του σπαραγμού
Απόψε διανυκτερεύει η μοναξιά μ όλα τα φώτα αναμμένα σα γιορτή με τα παράθυρα ορθάνοικτα γιορταστικά με μια μουσική ν ακούγεται νοσταλγική που θα μπορούσες να τη πεις θλιμμένη
Όλα τριγύρω σκοτεινά απόμακρα ένα καράβι αναζητά απεγνωσμένα ρότα ένα φεγγάρι κατακόκκινο ψάχνει μια γη ένα αστέρι πέφτει χωρίς να ξέρει το γιατί ένα παιδί κλαίει για το χαμένο του χαμόγελο.
Απόψε διανυκτερεύει η μοναξιά οι μνήμες περπατάνε στα πεζοδρόμια άσκοπα τα όνειρα μουσκεμένα κρύβονται σε υπόγεια καταφύγια ένα περιστέρι θρηνεί για το χαμένο του ταίρι δυο μάτια μετράν την απουσία μονάχα μ ένα δάκρυ
Απόψε διανυκτερεύει η μοναξιά μονάχη με γκρίζα χρώματα κι έναν ατέλειωτο χειμώνα σ’ ένα πλακόστρωτο χαμογελά στο πέταγμα των γλάρων.
Xρόνο με το χρόνο, ώρα με την ώρα, λεπτό προς λεπτό, στάζει χρώμα πορφυρό στο δέρμα. Εμποτίζει τα κύτταρα τυλίγει τη καρδιά διαθλάται στο βλέμμα. Κόκκινο της φωτιάς κόκκινο του αίματος. Επιπλέω σε κόκκινα νερά, χωρίς σωσίβιο, χωρίς γιατί. Έτσι ανεξήγητος ο έρωτας εισβάλλει στη ζωή μου.
Πάντα εσύ, κάθε μέρα εσύ, οργώνεις της αυγής την ελπίδα, διώχνεις της νύχτας την αγωνία. Ταξιδευτής του νερού και της χλόης είσαι εσύ που γράφεις τ' όνομα μου με γράμματα από ρόδα κόκκινα στου αγέρα την ανάσα: " η πιο αγαπημένη από τις αγαπημένες". Σ' αναπολώ μέσα στο κουκούλι σου, ύπαρξη απαράμιλλη, σ' ανθώνες συμπαντικούς να σεργιανάς πριν μετουσιωθείς σε γλάρο. Κάπου - κάπου βόγγοι αχαλίνωτοι ξεπορτίζουν από του κόσμου το σουράβλι, στα στήθη μου ξαγρυπνούν τρυπούν της μοναξιάς τα μάτια. Και είσαι εδώ, δεν ξεμακραίνεις, δίψα μου ατελεύτητη, αναδύεσαι από τα έγκατα της γαίας. Την αδειανή φωλιά μου η έξαρση σου ευωδιάζει τρυγώντας απολαυστικά της δικής μας σοδειάς οπώρες.
Αυτή τη στιγμή που καλούμαστε να βιώσουμε έναν αποχαιρετισμό διαρκώς επαναλαμβανόμενο υπό τον ήχο ενός κοντσέρτο διοριών και υπερβάσεων ενώ οι χρονικές και ηθικές μετατοπίσεις κυριαρχούν τολμώ να χαράξω στο βλέμμα σου μια τελευταία ελκυστικότατη δική μου εικόνα από αυτές που σαδιστικά εξορύσσουν ένα αβάσταχτο ρίγος στη βάση των λαγόνων σου κάθε φορά που αυτές επανέρχονται ανάγωγα στη μνήμη σου.
Χαμογέλα αγάπη μου και άδραξε την ευκαιρία να μ’ εγκλωβίσεις μέσα σου, μέσα από μια πάλη με το αδύνατο, το απαράδεκτο, το ανέφικτο και μην με εκλαμβάνεις ως οπτασία καθώς, στη σάρκα σου είναι ακόμη χαραγμένες οι ρωγμές του πραγματικού και ως πραγματικότητα αντιμετώπισέ με
Η αίσθηση του αληθινού θα εκμηδενίσει την οιανδήποτε αντίληψη του ονειρικού Άπλωσε τα χέρια σου και άρπαξέ με σ’ ένα αιώνιο αγκάλιασμα. Βρισκόμαστε εδώ πλέον, διανύοντας τα τελευταία βήματα της συνειδητοποίησης Κι αν ακόμα κι αυτή τη στιγμή καλούμαστε να βιώσουμε έναν αποχαιρετισμό διαρκώς επαναλαμβανόμενο, ας ξεγελάσουμε τις σκιές που παρασιτικά μας ακολουθούν κι ας στροβιλιστούμε στην αιωνιότητα που ξεπήδησε μέσα από τα κύτταρα της ανεπανάληπτης κοινής μας ύπαρξης.
Είπες• «Θα πάγω σ άλλη γη, θα πάγω σ άλλη θάλασσα. Κ.Π.Καβάφης
...κι αν τη ζωή μου ξόδεψα σε δρομους σκοτεινούς και άνυδρες ερήμους μακριά απ' τον ίσκιο σου, εγώ..που στην άκρη στάθηκα της φωτιάς πυροβάτης του ονείρου,... ταξιδευτής του χρόνου του άχρονου, τη ζωή μου τώρα ξαναχαράζω... στις αχτίδες των σύννεφων, στη σκοτεινιά του ήλιου, στη γεύση ενός χαμόγελου, στη ζωή τη ζώσα... εκεί, που τίποτα δε χαλιέται... εκεί που ο κόσμος ξαναγεννιέται αθώος από την αρχή...
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα, μόνος, στον Παράδεισο
Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά Τα «πίστεψέ με» και τα «μη» Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος. ...
Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911- 18 Μαρτίου 1996)
Mοιάζει η νύχτα με στρείδι που ανοίγει , σε βάθη απύθμενα , σε μυστικά νερά . Μαργαριτάρι που με το φως δειλά σμίγει στων ονείρων τη θάλασσα προβάλλει νοερά.
Φύκια το τυλίγουνε με άχτι, να μην το δει ανθρώπου μάτι. Ψάρια το ζυγώνουνε και λοξοδρομούνε λάμψη ανείπωτη άθελά τους μαρτυρούνε.
Κόσμημα είναι η νύχτα αληθινά λίγοι οι τυχεροί που το ‘χουν νιώσει. Της μέρας τα πατήματα φθηνά, ποιος νυχτοπερπάτησε και το ‘χει μετανιώσει?
Φήμη της βγάλανε ότι είναι σκοτεινή μα θαμπώνεται αυτός που ξέρει να κοιτά. Τόσο αγαπημένη από παλιά, παντοτινή μα σε πολλούς απαγορεύτηκε ρητά.
Φεγγαροϊσκιωτη γυρνώ, νύχτα να χορτάσω η μέρα θα ‘ρθει, πάλι θα λουφάξω. Δεν γνωρίζω σε τι όρια θα φτάσω, αν το μυστήριο το διάχυτο κάνω να συνάξω.
Κοχύλια μου φαντάζουνε οι μεγάλοι δρόμοι, μέσα τους φυλακίζουνε την πόλη που κοιμάται. Ρουφήχτρες τα σοκάκια, βρώμικοι υπόνομοι, Θεριό αδάμαστο που έχει ξυπνήσει και βρυχάται.
Μεσημβρινό φως που καίει τα μάτια Ρίχνει ανελέητο φως στη μιζέρια επάνω και ‘ μποδίζει το χαμνό, της νύχτας τα παλάτια που καρτερώ συχνά κι όλα τα χάνω.
Η πόλη απεγνωσμένα φωτίζει το σκοτάδι της με πολύχρωμα φωτάκια Η λεπτή φωτεινή γραμμή σβήνει αναπάντεχα στο μαύρο που κυριαρχεί. Άστερος ο ουρανός αφιλόξενος σε προσδοκίες κι ανάλγητες υποσχέσεις. Σκοτεινή η θάλασσα αφήνει κουρασμένα κύματα να σμίξουν με τη σιωπή. Οι λιγοστοί εραστές φθινοπωρινού περιπάτου ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο βήματα κι αβεβαιότητες, καλντερίμια που χάθηκαν για απροσπέλαστες διαβάσεις, κάστρα που χτίστηκαν κι οι άρχοντες κρυμμένοι στις ανήμπορες λέξεις τους. Η πόλη απεγνωσμένη αναζητά ένα φως, μια αληθινή γενέθλια άνοιξη μεσούντος φθινοπώρου.
Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό. Και δε γνωρίζεις ποιο απ' τα δυο σε πείθει περισσότερο.
Γιάννης Ρίτσος
ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ
Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Γυμνή ν' ακούγεται ακέραια η ψυχή
γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις, τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές. στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί. ν' ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο, ν' ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη, γυμνή ν' ακούγεται ακέραια η ψυχή
Τόλης ΝικηφόρουΑπό τη συλλογή Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος κόσμος της ουτοπίας 2007
Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Όχι, δεν είμαι εγώ καθώς νομίζεις αυτός που κυβερνάει από τα βάθη προκαθορίζοντας πορεία και στόχους
Ο άλλος είναι – ο αποκεκρυμένος
Εγώ – μα ποιος εγώ;- παγιδευμένος «αιχμάλωτος μιας αποτρόπαιης μοίρας» ο ποιητής Πι Δέλτα ή Γάμα Βήτα ή Ορέστης Αλεξάκης τέλος πάντων δεν είμαι παρά μόνον υπηρέτης αγνώστου Αυθέντη που ποτέ δεν είδα και που δεν έχω ακούσει τη φωνή του γιατί τα μάτια μου είναι σφραγισμένα τ’ αυτιά μου βουλωμένα και τα χέρια δέσμια για να μπορούν να κάνουν μόνο τις απολύτως αναγκαίες κινήσεις. Μοίρα σκληρή – μα δεν παραπονιέμαι Γιατί οι ενδείξεις συνεχώς πληθαίνουν πως είναι κι ο Αυθέντης μου τυφλός κωφός βωβός
και με το στήθος άδειο …
Ορέστης Αλεξάκης
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "πόρφυρας" τεύχος 132/6-9/2009 και στο διαδύκτιο από το blog "Ενα λιβάδι μέσα στην ομίχλη ονειρεύεται"
Κόκκινη Harley
Απόδραση μ' ένα όνειρο στη τσέπη. Σε μια Harley κόκκινη να γίνω ένα με τον αγέρα.
Σε μια διαδρομή χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις, χωρίς το ανελέητο κυνηγητό των πεπραγμένων.
Στην άσφαλτο που θα κοχλάζει ερωτηματικά σα καζάνι της κόλασης, απάντηση καμιά.
Σε δυό ρόδες θ' αναζητήσω τη ταχύτητα που έχει το φως πριν έρθει το σκοτάδι.
Η ελευθερία της ψυχής σε μια βελόνα του καντράν που όλο ανεβαίνει ν' αγγίξει το τέρμα της ζωής.
Ανδρέας Κ.
Αριστερόστροφοι Ανεμοστρόβιλοι για τον Άνθρωπο
Αγαπητοί φίλοι,
Φτιαξαμε το blog «Αριστερόστροφοι Ανεμοστρόβιλοι για τον Άνθρωπο» με αφορμή τις φωτιές που καίνε την Αττική.Σκοπός μας είναι η ευαισθητοποίηση όλων των ανθρώπων του διαδικτύου γιανα υψώσουμε επιτέλους τη φωνή μας, πέρα από οποιαδήποτε πολιτική μας τοποθέτηση. Δεν είναι πολιτική θέση αλλά κάθετη απαίτηση του δικαιώματος στη ζωή, δικαίωμα που κάθε άνθρωπος έχει. Απαιτούμε σεβασμό στην αξιοπρέπειά μας, στην καλή ποιότητα ζωής, στο λαμπρό μέλλον των παιδιών μας. Σας καλούμε να δείτε το blog, να γίνεται φίλοι και συνεργάτες, για να αναρτάτε άμεσα την άποψη σας, κινητοποιώντας παράλληλα τους διαδικτυακούς σας φίλους σε μια μαζική συμμετοχή, προκειμένου να ακουστεί επιτέλους η φωνή μας προς τα έξω.
Σας ευχαριστούμε
Μάρη Λιώκη Ανδρέας Καρακόκκινος
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι Στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει. Κωστής Παλαμάς
Ο ποιητής στάζει το μελάνι στο διάφανο της γραφής του κι ανοίγει τον ορίζοντα μιας γραφής αληθινής, που χύνεται με αίσθημα στην ποίηση. Ο λόγος του απ' την ομίχλη βγαίνει για να συναντήσει το φως Η πνοή της άνοιξης το πόνημα που κυκλοφόρησε το 2007, εκφράζει τον ρομαντισμό και τον λυρισμό της ψυχής του.Φανερώνει την ελευθερία του να αποτυπώσει ότι τον συγκινεί, με μια μελαγχολία διάχυτη, που όμως στέκεται σ' ένα επίπεδο που αρέσκεται στη θέα απλών και κατανοητών λέξεων, με καθαρά και όμορφα συναισθήματα. Η φωτιά αγγίζει τα λόγια και τα όνειρα κι αφήνει στους άλλους να αναγνώσουν δαχτυλίδια και φιλήματα στα σχήματα του φεγγαριού και στα χρώματα που διαθλάται.Σταματά και πίνει από την καθαρή πηγή του λόγου. Κάνει ανατομία στο πρόσωπο του ποιητή κι επιχειρεί να αναδείξει γιρλάντες και εικόνες, ειδύλλια και παιχνιδίσματα στο φως.
"Να δανειστείς το πρόσωπο του ποιητή όταν στα χέρια του κρατά σφικτά και τρυφερά το τελευταίο του γραπτό σαν το παιδί του το μικρό"
Ακολουθεί τα βήματα του ανέμου κι αφήνει τη βροχή να τραγουδήσει για χάρη του.
"Άσε τη βροχή να τραγουδήσει στο δικό της ρυθμό. Άσε τις σταγόνες της να χαρακώσουν βαθιά τις λέξεις της μοναξιάς. Άσε την ψυχή σου γυμνή στη βροχή ν' ακροβατήσει στην άκρη της γέφυρας μέχρι ν' αντικρύσεις το χαμόγελο που θα κρατάνε χέρια αγαπημένα και θα τραγουδάνε γιορτινά τραγούδια στο ρυθμό της βροχής."
Μαζεύει χαμόγελα γιατί με τα σκοτάδια τρομάζει. Γίνεται συνένοχος του ονείρου με νοήματα προσιτά και συλλαμβάνει την ιδέα του ποιήματος με τρόπο σαφή. Χρησιμοποιεί το αλάθευτο τεκμήριο του πνεύματός του για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το θέμα του. Μοιράζεται έξω από τον χρόνο και τη μοίρα του προκαλεί.
"Στη μοίρα σου βάλε μια πινελιά χαμόγελο"
Στον αέρα πετάει και παίρνει πνοή από την αόρατη πνοή ενός έρωτα που όμως δεν ορίζεται με συγκεκριμένο σχήμα και μορφή. Τούτος ο απρόσωπος έρωτας τον αγγίζει με το συναίσθημα κι αφήνει τα όμορφα σημάδια του.Ζεστό ποτάμι που κυλά το συναίσθημα ακουμπά στην απέναντι όχθη της αγάπης ως την πλατιά θάλασσα,εκεί ακριβώς που απλώνεται και φθάνει παντού.Και στις δύο ενότητες του βιβλίου θα βρούμε κοινά χαρακτηριστικά από χρώμα, φως και χαμόγελα. Ο ποιητής δεν χάνεται μήτε σε φωνές μήτε σε ψέματα. Αναζητά τις σειρήνες της σιωπής για να αφουγκραστεί και να ταξιδέψει. Το φως ανασταίνεται σε καιρούς σκοταδιού κι ακουμπά στις καρδιές αυτών που μπορούν και διαβάζουν.