Κυριακή, 07 Φεβρουαρίου 2010

Διαδρομές χωρίς συρματόπλεγμα



Στον Γιάννη Ποδηναρά

Περπατήσαμε,
πέρα απ’ το συρματόπλεγμα
στην απαγορευμένη διαδρομή
να μετρήσουμε
τους φόβους και τα μίση
κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό,
τον ίδιο ήλιο.

Αναζητήσαμε,
σε δρόμους χαμένους στο χρόνο,
σε πεζοδρόμια παλιών σπιτιών
και μισογκρεμισμένα όνειρα
τα ματωμένα σημάδια
που χάραξαν τη καρδιά του Ιούλη
και την αιώνια δικαιοσύνη.

Αντικρίσαμε
πίσω από τη μάσκα του εφιάλτη
της θλιμμένης μνήμης αυτών που χάθηκαν,
αβέβαιες καθημερινές μορφές
και δυο αθώα μάτια παιδικά,
απορημένα από τ ανίερα παιγνίδια
ενός παράλογου θέατρου σκιών.

Δέσαμε
το χτες σ ένα άλλο σήμερα
με χρώματα πιο απαλά
και όνειρα που δεν θα ξεθωριάσουν.
Τα βλέμματα παιδιών κυρίαρχα
να απλωθούν παντού στην ίδια γη
σε διαδρομές χωρίς συρματόπλεγμα.


Κατεχόμενη Λευκωσία 2010

Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2010

Απολίθωμα



Είμαι ένα απολίθωμα
Σε χωμάτινο, υγρό, αρχαίο τάφο
Νεκρής πολιτείας
Περιμένω το φως απ’ τα μάτια σου

Είμαι ένα βότσαλο
Ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα βότσαλα
Ανάμεσα σε χιλιάδες βήματα
Περιμένω το περπάτημα σου

Είμαι μια ελπίδα
Μισοπεθαμένη σε μεσαιωνική φυλακή
Σε κάστρο απόρθητο, χρόνια τώρα
Περιμένω τον σκουριασμένο ήχο των κλειδιών σου

Είμαι ένα κυκλάμινο
Σε ρίζα δέντρου γέρικου
Σε σκοτεινή γωνιά παραμυθένιου δάσους
Περιμένω το φθινόπωρο σου

Γαλάτεια Πονηρίδη

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ν. ΑΜΕΡΙΚΗΣ ( ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ-ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ)




ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Κορυφαίος ποιητής και πεζογράφος τιίς Λατινικής
Αµερικής και ένας από τους περισσότερο µεταφρασμένους
σε ξένες γλώσσες. Γεννήθηκε το 1900 στό Μπουένους Άυρες
αλλά σπούδασε στην Ισπανία και στη Μ. Βρετανία.
___________


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
Να κοιτάς το ποτάμι από χρόνο και νερό
και να θυμάσαι πώς ό χρόνος είναι κι αυτός ποτάμι,
να ξέρεις πώς χανόμαστε σαν το ποτάμι
και πώς τα πρόσωπα περνούν κι αυτά σαν το νερό.
Να νοιώθει; πώς αγρύπνια είναι άλλος ύπνος
πού νείρεται πώς ξαγρυπνά κι θάνατος
- που ή σάρκα μας φοβάται - άπλα είναι ο θάνατος
την κάθε νύχτα που έρχεται και λέγεται: ύπνος.
Να βλέπεις στην ήμερα είτε στο χρόνο σύμβολο
των ήμερων του άνθρωπου και των χρόνων του,
να μεταλλάζεις του καιρού το κρυφοδάγκωμα
σε μουσική, σε θρύλο και σε σύμβολο.
Να βλέπεις μες στο θάνατο μιά κοίμηση- στο γέρμα
ένα θλιμμένο θησαυρό - να, τί σημαίνει ποίηση
που είναι φτωχή κι αθάνατη και που ξανάρχεται
με κάθε χαραυγή και κάθε γέρμα.
Κάποτε, μες στο απόβραδο, ένα πρόσωπο
μάς βλέπει από το βάθος του καθρέφτη-
έτσι να ξεσκεπάζει - άλλος καθρέφτης -
ή τέχνη πρέπει τό δικό μας πρόσωπο.
Λένε πώς ό Δυσσέας, που είδε σημεία και τέρατα,
δάκρυσε από συγκίνηση βλέποντας την 'Ιθάκη
πράσινη και σεμνή- μιά 'Ιθάκη είναι κ' ή τέχνη,
πράσινη αιωνιότητα κι όχι σημεία και τέρατα.
Και μοιάζει ακόμα με τί απέραντο ποτάμι,
που έρχεται και περνά, κρύσταλλο από τον ίδιο
ρευστό Ηράκλειτο, που μένει πάντα ο ίδιος,
είναι όμως κι άλλος, σαν το απέραντο ποτάμι.

(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ν. ΑΜΕΡΙΚΗΣ (ΝΥΝΤΙΑ ΛΑΜΑΡΚΕ-ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ)



ΝΥΝΤΙΑ ΛΑΜΑΡΚΕ

Σύγχρονη πρωτοποριακή ποιήτρια, μια από τις
τις κορυφαίες της Αργεντινής. Η αντιπροσωπευτικότερη ποιητική συλλογή της τιτλοφορείται «Ελεγεία της μεγάλης αγάπης»,
έργο πρωτότυπο τόσο στη δομή όσο και στο περιεχόμενο του.

ΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

Είδωλο μου!
Άπονο, φανταγμένο, αδιάφορο,
σαν όλα τα είδωλα.

Να με σωρός στα πόδια σου
παντοτινή σου σκλάβα
εγώ, πού ελεύθερη έζησα.
Να με στα πόδια σου, σαν το φεγγάρι
τρεμάμενη, καυτή κι απελπισμένη,
σαν φλόγα που το ξέρει
πώς ανώφελα καίγεται
-κι ας με λέγανε «μπούζι».

Να με στα πόδια σου ταπεινωμένη
σαν παρακάλιο διακονιάρη
-κι ας με ξέραν «περήφανη».
Στα πόδια σου αναστατωμένη
άσπλαχνα δαγκωμένη από τη θύμηση
-όραμα να ‘ταν; -
τότε, που το αλαζονικό σου
παρατώντας βάθρο,
γελαστός κι αδίσταχτος
ήρθες να μου σφραγίσεις
μ' ένα φιλί το ξαφνιασμένο στόμα!


(Μετάφρ. Γ. Δ. XOYPMOYZIAΔH)

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ν. ΑΜΕΡΙΚΗΣ (ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΠΡΙΛΕ ΑΜΠΕΛΛΑ -ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ)



ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΠΡΙΛΕ ΑΜΠΕΛΛΑ

Σύγχρονη ποιήτρια, διάσημη για την ποιητική συλλογή της «Προφίλ μέσα στην ομίχλη ποίηση της αποπνέει μελαγχολία και θλίψη και ξεχωρίζει για τη λεπτή αισθαντικότητα των χαμηλών, αλλά βαθύτατα ανθρώπινων τόνων της.

ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΕΙ

Καμιά φορά ξαφνικά,
χωρίς κανείς να τη σπρώξει,
με μιά μυστηριώδη και διστακτική δειλία
μιά πόρτα ανοίγει.
Κάποιος λέγει:
Ειν’ ό αέρας.
Με βαθύτατη αγωνία
περιμένω κείνον πού θα ‘ρθη
λησμονημένες αναμνήσεις
πού ξανάρχονται θλιβερές
να παρηγορήσουν τη λησμονιά μας...
Συγκινήσεις πού σκορπίσαμε μόνοι μας στο χρόνο
Ταραχή απλή και ωραία
πού σ' άλλες ψυχές δεν θα βρει ηχώ
και που ξαναγυρίζει σιωπηλή.
‘Η ίσως να ‘ναι κείνος που μιαν ήμερα του Σεπτέμβρη
έφυγε αναζητώντας το αιώνιο καλοκαίρι...
Κάποιος λέγει: ειν' ό αέρας...
Και τα μάτια μου γεμάτα αναμονή
μάταια ψάχνουν το σκοτεινό άνοιγμα...

(Μετάφρ. Π.)

Πηγή Ταξίδι στην Ποίηση εκδόσεις Ναυτίλος (1995)

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ν. ΑΜΕΡΙΚΗΣ (ΧΟΥΑΝ ΛΙΣΚΑΝΟ-ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ)




ΧΟΥΑΝ ΛΙΣΚΑΝΟ

Κριτικός, λαογράφος και ποιητής. Γεννήθηκε το 1915.
Ή ποίηση του διακρίνεται για τον ρεαλισμό της
και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη από τα όποια εμπνέεται.


ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΓΑΠΗ

Αγαπώ τη νύχτα, το χώμα, το νερό, τον αέρα,
τα παιδιά πού μου χάρισες, τη χαρά της λιακάδας
και τη χαρά τη δική σου, πού είναι σωστή βρυσομάνα,
τις πίκρες, πού ξανάρχονται σαν του γιαλού το κύμα..
.
Αγαπώ του λαού μου τούς απλοϊκούς ανθρώπους
κι όλους του κόσμου τούς λαούς και τον παγκόσμιο άνθρωπο,
πού υψώνει αμετανόητος στον ουρανό του πεπρωμένου
τον πολικό αστέρα του για ένα καινούριο αστερισμό.
Αγαπώ τα κατοικίδια ζώα, μα και τ' αγρίμια
πού χαίρονται την παρθενιά του δάσους, και τον άρτο
πού μαζί σου μοιράζομαι, και τα σχέδια πού πλάθω
στο πλευρό σου όταν νείρομαι, και τη θνητή ζωή μου,
πού με πληγώνει αδιάκοπα με πύρινες σαΐτες,
και τον Χάρο, πού καιροφυλαχτεί στην άκρη της κληματαριάς
με την ατέρμονη, από στάχτη και κουρνιαχτό, σιωπή του.

Αγαπώ τη δίψα και τον κορεσμό,
την αρετή και το κακό,
κι όλα όσα δείχνουνε στα μάτια μου ένα φέγγος
.
Κ' επειδή αγαπώ και θαυμάζω όσα βλέπω,
όσα σφίγγω στα χέρια μου κι όσα φέρνω στα χείλη,
όλο και πιο πολύ θα σ' αγαπώ, γυναίκα, Οδηγήτρια!


(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ)

Πηγή Ταξίδι στην Ποίηση εκδόσεις Ναυτίλος (1995)

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ν. ΑΜΕΡΙΚΗΣ (ΚΑΡΛΟΣ ΑΟΥΓΚΟΥΣΤΟ ΛΕΟΝ-ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ)



1. ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

ΚΑΡΛΟΣ ΑΟΥΓΚΟΥΣΤΟ ΛΕΟΝ

Σύγχρονος λυρικός ποιητής. Γεννήθηκε το 1914. Παράλληλα προς την ποίηση, καλλιεργεί ευδόκιμα και το διήγημα.



ΠΟΙΗΣΗ

I

Χάνεσαι συχνά στην καθημερινότητα της ζωής
και θα ‘λεγε κανείς πως πια δεν υπάρχεις.
Κι όμως, όποιος σ' αφήνει για την αγάπη εκείνης
μπορεί και να ‘ρχεται κοντύτερα σου.
Τί να σαι, αλήθεια, Ποίηση, τι να ‘σαι,
κέντρο του κόσμου, σπλάχνο της αγάπης,
ίνα της ηδονής ή νεύρο για τον πόνο;

Κι αν δεν ακούς τη φωνή μου, κι αν δε με βλέπεις σιμά σου.
δε βρίσκουμε μακριά σου, γιατί ‘μαι με το γιό μου,
τη γυναίκα, την αγάπη, τη δουλειά, το χωριό μου
και τον σκληρό αγώνα για το καθημερνό μου.

Μ' αλήθεια, πες, τι να ‘σαι παρά φωνή των σπλάχνων,
των ανθρώπων σφυγμός και της ζωής το πρόσωπο;

II

Σ' έχω συχνά απαντήσει
στην ταραχή και την αντάρα.
Εκεί βοούσες.

Σ' έχω συχνά απαντήσει
στο κλάμα και τον οδυρμό.
Εκεί βογκούσες.

Σ' έχω απαντήσει
στου αδικημένου την καλύβα.
Εκεί πονούσες.

Σ' έχω απαντήσει
στο σπάραγμα κάθε στιγμής,
την κάθε μέρα.

III

Ποτέ μου δεν κατάφερα να σ' αγαπήσω ξένοιαστος.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να σε κοιτάξω ατάραχος,
σαν τον ζωγράφο το μοντέλο του.
Πάντοτε εγώ βιαζόμουνα σαν τον δαιμονισμένο
και πάντα εσύ με προσπερνούσες.
Στο ποτάμι είτε στον κάμπο,
στην πηλάλα είτε στο αρμένισμα,
στις πιο γαλήνιες μου στιγμές
και στις βαθιές μου ταραχές
πάντοτε συ προπορευόσουν.
Τ' ορμητικό κατέβασμα σου
- ποτάμι ανθρώπινο και γω κοντά σου -
με το λαχανισμένο τρέξιμο μου
ποτέ δεν πρόλαβα να φτάσω.

IV

Θαύμα πού αναγεννιέσαι, Ποίηση,
πού στου προπάππου μου λουλούδισες τα χείλη
και τώρα εντός μου ξανανθίζεις,
όμοια, σαν τη ζωή, θα ζεις αιώνια
γιατί όμοια κυματίζεις σαν κι αυτή.

Όσα τραγούδησε ο παππούς μου
με τη σειρά μου τραγουδώ.
Όμως εγώ πια δεν θωρώ με δικά του μάτια
τα στάχια, πού έχουν γίνει σκόνη
και τις μορφές, πού θύμηση έχουν γίνει
στο κύλισμα του χρόνου.

Στάχια, ποτάμι, αγάπη,
για με ξαναγεννιούνται
την κάθε χαραυγή,

όταν του ξύπνου ανοίγει το λουλούδι.
Μάτια εγγονού κοιτάζουν
τ' απογόνια του σπόρου, πού σήμερα είναι χώμα.
Και ξεχασμένη μια αίσθηση ξαναφουντώνει μέσα μου
με αγνώριμην ορμή.

(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ)

Πηγή Ταξίδι στην Ποίηση εκδόσεις Ναυτίλος (1995)

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

ΔΕΙΛΙΝΟ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΥΛΛΙΟ




1.

Παρατήρησε με προσοχή
τα αντικείμενα που σε περιβάλλουν
(λουλούδια, βιβλία, φωτογραφίες),
παρατήρησε τα
καθώς αιωρούνται νωχελικά
μέσα στη μεταφυσική τους αθωότητα.

Δεν είσαι βέβαιος ότι υπάρχουν,
πρέπει ωστόσο να συνεχίσεις
να τα παρατηρείς
για όση ώρα σου απομένει.
«Είναι ζήτημα πίστης πλέον».

Πότε ένα γνώριμο, βροχερό τοπίο,
μιά συγκεκριμένη σκηνογραφία,
μεταμορφώνεται σε νέα σκέψη;
Πότε ένας οικείος ήχος
(κουπιών πού κόβουν το ποτάμι στα δύο),
συνθέτει στον νου μιά ξένη μελωδία;

Κάποιος ανάβει το φως.
Κάποιος φοβάται το σκοτάδι,
τον αναστεναγμό των φθινοπωρινών φύλλων
τα κατοπτρικά παιχνίδια της μνήμης.
Ότι χάνεται
διασώζεται μέσα μας
ως αυτό που χάνεται.

Τα χρυσάνθεμα πού κρατάς στα χέρια
δεν είναι τα χρυσάνθεμα που στα χέρια κρατάς.
Είναι σκόνη.
Λέξεις που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το νόημα
αυτής της προσχεδιασμένης χειρονομίας.

Αναγκαίας αλλά μάταιης.


2.

"Ένα άλλο βέλος ακολουθεί πάντα το βέλος του Ζήνωνα:
αυτό που το διαπέρνα και το σχίζει στα δύο.


Επομένως ό καθένας σβήνει πάντα μόνος μέσα στο ένδοξο παρόν του
καθώς ή μέρα οδεύει αργά, αδιάφορα προς το τέλος της.

Εσύ θα κλείσεις τα μάτια
και θ' αρχίσεις να ονειρεύεσαι το εξωτικό σου καταφύγιο:


τον τόπο όπου μιά καινούργια, πολύτιμη ζωή
βρίσκεται θησαυρισμένη για σένα.

Μπορείς να αντέξεις τέτοια ανταμοιβή;
Τόση γενναιοδωρία;

Τ' όνομα της διαγράφεται ακόμη στον άνεμο.
(«Σε μιά άλλη ζωή, αγάπη μου, σε μιά άλλη ζωή».)

Χάρης Βλαβιανός
Απο τη συλλογή " Διακοπές στην παραγματικότητα" (2009)

Δευτέρα, 04 Ιανουαρίου 2010

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Αφαιρετική τροχιά




Σε χρωματισμούς δειλινού
κολύμπησες στο δρόμο του φεγγαριού,
έπαιξες θέατρο του κάτι,
έχασες την αθωότητα σου
και μέσα στη γνώση του μύθου
γεύτηκες τη πίκρα της αρμύρας
σε βράχους κοφτερούς.
Αναζήτησες την ισορροπία
της υπέρβασης του συμβατού
και της κατάληξης σ’ ένα τοπίο γαλήνιο,
στρογγυλεμένο,
χωρίς συνθηκολόγηση,
χωρίς γωνίες αιχμηρές.

Αναμετρώντας αντοχές,
χάραξες ξανά το ταξίδι
στο λιμάνι της προσδοκίας
με τα χέρια δεμένα
από τους δώδεκα φόβους
της μοναξιάς και του αίματος.
Ύψωσες τη σημαία του έρωτα
να ‘ναι οι άνεμοι ούριοι
η διαδρομή συναρπαστική
κι αλήθεια να παλεύει
με κατά συνθήκη ψεύδη.
Κι ο χρόνος κυλά ανέραστος
σε αφαιρετική τροχιά.

Αφιερωμένο στην Β.Β. (ο απόηχος μιας συζήτησης)

Ανδρέας Κ.

Σάββατο, 02 Ιανουαρίου 2010

Μαριονέτα







Η ζωή του είναι ένα θέατρο σκιών,
Ο ίδιος, μία φιγούρα αστεία στο πανί,
Δέκτης ακατονόμαστων πυρών
και ο χορός καλά κρατεί.

Μια μαριονέτα σε δράση,
με δανεισμένη φωνή.
Με δικιά της κράση
και ξένη ψυχή.

Άβουλο πιόνι στα χέρια του καθένα,
παιχνίδι στημένο ακόμα απ΄ τη γέννα.
Γεμάτο με κανόνες και εντολές,
δεν υπάρχει χώρος για αναστολές.

Αρχή και τέλος από πριν ορισμένα.
Ρόλοι εύκολοι, κομπάρσων.
Ψυχή και σώματι, όλα δοσμένα
στο κράτος των ανελέητων κουρσάρων.

Έλενα Καραγιαννίδου

Παρασκευή, 01 Ιανουαρίου 2010

Ίσως γι' αυτό και η ποίηση



Μαργαρίτες ταγμένες στη νύχτα των κλειστών βιβλίων
Και υπνοβασίες παιδικές που βγαίνουν να τις μαζέψουν

Μ' ένα ασημένιο μαχαιράκι απειλούνε τις λέξεις
Που αποξήραναν τα πέταλα
Να παραδοθούν τις εξαναγκάζουν
μνήμη, Ιούνιος, φυρονεριά, ενιαυτός
μικρό μου, λιποτάκτες
Κι εκείνες ν' αντιστέκονται. Τι δύναμη, τι πείσμα
Γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας:
... άλλοτε ήμουν η φλόγα σου, τώρα έγινα στάχτη...
Ξορκίζουν τη μετοικεσία και απειλούν με πυρκαγιές
Ποιες πυρκαγιές;
Ξέρουν καλά τα όνειρα να υπερασπίζονται τους νεκρούς τους
Τους κρύβουν μες στις φλέβες μας
Τους φυγαδεύουνε στις λέξεις
Σε τέφρα που λαμπυρίζει τους μεταμορφώνουν

Ίσως γι' αυτό και η Ποίηση στα πέρατα όλων των καιρών
Φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999)

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !



ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Το Δοξαστικόν (Απόσπασμα)
...
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναιτιο δακρυ
ανατελλοντας αργα στα ωραια ματια
των παιδιων που κρατιουνται χερι-χερι
των παιδιων που κοιταζουνται και δε μιλιουνται
Των ερωτων το τραυλισμα πανω στα βραχια
ενας φαρος που εκτονωσεν αιωνων θλιψη
το τριζονι το επιμονο καθως η τυψη
και το μαλλινο ερημο μεσα στ' αγιαζι

Ο στυφος μες στα δοντια επιορκος δυοσμος
δυο χειλη που αδυνατο να στερξουν - και ομως
το "αντιο" στα τσινορα που λιγο λαμπει
και μετα ο για παντοτε θολος κοσμος

Το αργο και βαρυ των καταιγιδων οργανο
στην καταστραμμενη του φωνη ο Ηρακλειτος
των φονιαδων η αλλη πλευρα η αθεατη
το μικρο "γιατι" που εμεινε αναπαντητο

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι που επιστρεφει
απο φονο φριχτον και τωρα ξερει
ποιος αληθεια ο κοσμος που υπερεχει
ποιο το "νυν" και ποιο το "αιεν" του κοσμου :

ΝΥΝ το αγριμι της μυρτιας Νυν η κραυγη του Μαη
ΑΙΕΝ η ακρα συνειδηση Αιεν η πλησιφαη

Νυν νυν η παραισθηση και του υπνου η μιμική
Αιεν αιεν ο λογος και Τροπις η αστρικη
Νυν των λεπιδοπτερων το νεφος το κινουμενο
Αιεν των μυστηριων το φως το περιιπταμενο

Νυν το περιβλημα της Γης και η Εξουσια
Αιεν η βρωση της Ψυχης και η Πεμπτουσια

Νυν της Σεληνης το μελαγχρωμα το ανιατο
Αιεν το χρυσοκυανο του Γαλαξια σελαγισμα

Νυν των λαων το αμαλγαμα και ο μαυρος Αριθμος
Αιεν της Δικης το αγαλμα και ο μεγας Οφθαλμος

Νυν η ταπεινωση των Θεων η σποδος του Ανθρωπου
Νυν Νυν το μηδεν

και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !


Οδυσσέας Ελύτης


Εύχομαι σε όλους Καλή Χρονιά γεμάτη από πολλές-πολλές όμορφες στιγμές.
Εύχομαι αυτός ο Κόσμος ο μικρός ο Μέγας να γίνει όμορφος.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

ΣΥΝΝΕΦΟ ΕΣΥ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ




να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν' ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

να ξαναγεννηθούμε
θάλασσα εσύ των τροπικών
κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου

δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
κι εγώ τ' αγρίμι που προφέρει
με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις

αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
εσύ κι εγώ ψυχή και φως

Τόλης Νικηφόρου
Απο τη συλλογή Μυστικά και θαύματα
ο ανεξερεύνητος κόσμος της ουτοπίας (2007)

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ



Ένας δικός μας άνθρωπος, ένας λογοτέχνης και ποιητής της Θεσσαλονίκης, φίλος αγαπητός, ο Τόλης Νικηφόρου, κέρδισε το φετινό Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΡΑΝΟΥΠΟΛΗ. Συμμερίζομαι τη χαρά του Τόλη αλλά και της Σοφίας και του Νίκου, μια και το βιβλίο ήταν αφιερωμένο σ' αυτούς, και εύχομαι με τη ψυχή μου να είναι γερός και να συνεχίζει με το ίδιο πάθος να μας χαρίζει και τα ποιήματα του και τα διηγήματα του. Αυτή η πόλη έγραψε και γράφει τη δικιά της ιστορία στη λογοτεχνία κι η κρατική αναγνώριση δίνει και πρέπει να δίνει δύναμη σε όλους τους λογοτέχνες μας να συνεχίζουν το δημιουργικό τους έργο.
Φίλε μου Τόλη τώρα έχει σειρά η ποίηση.
Μπαίνω όμως και στον πειρασμό να αναρτήσω ένα από τα διηγήματα του βιβλίου. Και το χειροκρότημα στον Τόλη.

4

ΕΠΕΥΦΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑΤΑ

Από μακριά τα χωριά φάνταζαν ειδυλλιακά, με τα κεραμίδια τους κόκκινες πινελιές ανάμεσα στα δέντρα, από κοντύτερα οι τοίχοι εξέπεμπαν μια θλίψη γκρίζα και βουβή με τα ασοβάντιστα τεράστια τούβλα. Δρόμοι θαυμάσια ασφαλτοστρωμένοι, σχεδόν άδειοι ως τον ορίζοντα, κι ο Γιάννης έτρεχε του σκοτωμού στο πήγαινε και στο έλα. Κατόρθωνε όμως ταυτόχρονα να μας μεταγγίζει μιαν ανεξήγητη αίσθηση ασφάλειας, αφού κανένας δεν ασχολήθηκε ούτε στιγμή με την ταχύτητα. Η γυναίκα του, αυτονόητα στη θέση του συνοδηγού, κι εμείς οι μεγαλόσωμοι τρεις σφηνωμένοι στις πίσω, καθένας με τη σειρά του να λικνίζεται στην άβολη μεσαία. Λακωνικός ο οδηγός μας, λακωνική και η Πένυ, λακωνικοί ο Κωστής, ο Σαράντης κι εγώ.
Μόνο καμιά φορά η Πένυ, με αστική καυστική ειρωνεία έως εκρηκτική αγανάκτηση, και ο Σαράντης, με καλλιτεχνική αθώα έως δογματική επιμονή, προσλάμβαναν και ερμή¬νευαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο την πραγματικότητα. Ύστερα ο Γιάννης αισθάνθηκε ότι τα πράγματα είχαν ωριμάσει για δηλώσεις λογοτεχνικής δεοντολογίας. «Πάντως εγώ δεν ξαναπάω», είπε εμφαντικά, «αν πρώτα δεν προσκληθούν κι όλοι οι άλλοι ποιητές της Θεσσαλονίκης».
Έτσι άρχισε, έτσι συνεχίστηκε κι έτσι τελείωσε αυτό το σύντομο ταξίδι. Στον Σαράντη άρεσαν όλα σχεδόν. Πολύ έως περισσότερο. Από τις ογκώδεις, γκριζοκίτρινες, λειτουργικές λαϊκές πολυκατοικίες ως τις γλάστρες με τον βασιλικό στο μπαλκόνι του συλλόγου πολιτικών προσφύγων και ως τα τραγανά κεράσια που μας προσέφεραν στη συγκέντρωση. Στην Πένυ δεν άρεσε σχεδόν τίποτα. Καθόλου. Πάντως, σ' ένα σημείο συμφώνησαν, ότι το χώμα στις πεδιάδες ήταν εύφορο. Οι υπόλοιποι αιωρούνταν κάπου στις ενδιάμεσες παραλλαγές. Κι ο Γιάννης τήρησε την υπόσχεση του, αφού δεν ξαναπήγε ούτε εκείνος, ούτε εγώ, μα ούτε νομίζω και κανένας άλλος.
Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, όταν μια ρομαντική εποχή, από τα χρόνια του εξήντα, έφτανε πια στο τέλος της. Δεν εξέπνευσε ξαφνικά κι απότομα, είχε αρχίσει από καιρό να λαχανιάζει, να σκοντάφτει και να παραπαίει. Να μένει χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, όπως το εθνικό νόμισμα της γειτονικής χώρας. Που τα περιπατητικά ανταλλακτήρια της μαύρης, γνωστά και ως λεβατζήδες, καραδοκούσαν στωικά έξω απ' τα ξενοδοχεία για να το ανταλλάξουν με τα σκληρά νομίσματα της Δύσης, κατά πολύ φθηνότερα απ' την επίσημη ισοτιμία του. Για να αγοράσει όμως τι από την τοπική αγορά ο συγκριτικά πλούσιος ξένος; Μπιχλιμπίδια αναμνηστικά, ωραίες πατάτες και ζάχαρη, μακαρόνια και μαρμελάδες με αγνά υλικά ή κορδέλες, καρφίτσες και βελόνες;
Μας είχε προσκαλέσει η ένωση συγγραφέων και καλλιτεχνών. Τον Γιάννη κι εμένα ως ποιητές, τον Σαράντη ως μουσικό και τον Κωστή ως ιστορικό και, υποθέτω, ως σημαίνοντα πολιτιστικό (ή και κομματικό) παράγοντα. Η φιλοξενία υπήρξε άψογη. Και η εκδήλωση είχε γίνει σ' ένα αρχοντικό στην παλιά συνοικία της Φιλιππούπολης, εκεί όπου ευημερούσε η ελληνική παροικία ως πριν από μερικές δεκαετίες.
Δρόμοι, στενοσόκακα και γειτονιές με ανακατασκευασμένα καλντερίμια κι αναπαλαιωμένα σπίτια, τα κόκκινα κεραμίδια και πάλι να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στο πράσινο, ο ψίθυρος και η ευγένεια ενός χαμένου κόσμου να πλανιέται σαν διακριτικό άρωμα στην ατμόσφαιρα. Και ξαφνικά, από το παρελθόν, να εμφανίζεται εντοιχισμένο δίπλα στην είσοδο το όνομα του έλληνα προύχοντα που είχε ζήσει κάποτε εκεί.
Οδηγηθήκαμε σε μια μικρή αίθουσα ή παλιό σαλόνι, με ακροατήριο γύρω στους τριάντα, κυρίως γυναίκες, σεμνές και καλοντυμένες, με τέλειες αντιδράσεις. Ο Σαράντης έπαιξε στο πιάνο τις συνθέσεις του, με τον συνηθισμένο βέβαια τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο διαβάσαμε κι εμείς, μέσα σε ευλαβική σιγή, τα ποιήματα μας που είχαν μεταφραστεί επιτόπου. Τι λέγαμε εμείς στα ελληνικά το ξέραμε, τι ακριβώς άκουγε όμως απ' τον μεταφραστή στα βουλγάρικα το ακροατήριο, που ξεσπούσε σε χειροκροτήματα, παρέμεινε για πάντα ένα μυστήριο. Πάντως, μετά τις ανθοδέσμες, ο Γιάννης παρατήρησε, με κάποια δόση δικαιολογημένης αυταρέσκειας, ότι τα χειροκροτήματα στα δικά του ποιήματα υπήρξαν περισσότερα και πιο θερμά. Έτσι θυμήθηκα, πριν από μερικά χρόνια, την πρώτη έξοδο μας με το αυτοκίνητο του, προς νότο εκείνη τη φορά, για το φεστιβάλ νεολαίας στο γήπεδο του Αγίου Ιερόθεου στο Περιστέρι. Μια εκδήλωση σε κλίμακα σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Λαός χιλιάδες μέσα στο γήπεδο του ποδοσφαίρου και, όταν είχε έρθει η σειρά μας, στην εξέδρα ένας γνωστός ποιητής απ' την Πάτρα, μια γνωστότερη ηθοποιός απ' την Αθήνα που διάβαζε ποιήματα απόντων, κι εμείς οι δύο. Είχα διαβάσει, μεταξύ των άλλων, κι ένα ποίημα με τίτλο «Τα λασπωμένα χέρια», για το οποίο με βασάνιζαν μετά οι ερινύες, αν και όλοι οι άλλοι το είχαν ήδη γενναιόδωρα εχάσει. Οι πρώτοι στίχοι είχαν γίνει δεκτοί ευμενώς αλλά, στο άκουσμα της λέξης οικοδόμος, παρακάτω, ολόκληρη η περιοχή είχε αντιβοήσει από επευφημίες και χειροκροτήματα.
Στο Πλόβντιβ πάλι το ίδιο βράδυ. Ο Κωστής έφυγε μόνος για κάποιες υποχρεώσεις του όπως είπε, κι εμείς οι άλλοι, αφού περιπλανηθήκαμε ποδαρόδρομο στην πόλη, καταλήξαμε σ' ένα υπαίθριο νυχτερινό κέντρο. Χωρίς επίσημη κηδεμονία, μόλις που καταφέραμε να βρούμε ένα τραπεζάκι κάπου στο παραπλάι και να απολαύσουμε στριμωγμένοι ένα καταπληκτικό λαϊκό, μουσικό και χορευτικό συγκρότημα. «Να, ρε, ο Κωστής», μου έδειξε κάποια στιγμή ο Γιάννης. Τον είδαμε λοιπόν να κάθεται μόνος μπροστά, σοβαρός και ωραίος όπως πάντα, ευθυτενής, επιβλητικός και διακεκριμένος μέσα στο καλοκαιρινό κοστούμι του, με ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο ανθοδοχείο.
Αργά το βράδυ, στο μεγάλο παλιό ξενοδοχείο, κι αυτό πρόσφατα ανακαινισμένο, μια πανέμορφη κοπέλα στην υποδοχή ήταν κρεμασμένη απ' το τηλέφωνο και μιλούσε συνεχώς γερμανικά. Και στο μονόκλινο δωμάτιο μου, το μόνο που μπόρεσα να βρω στην τηλεόραση ήταν ένα σκοτεινό έργο με τον δράκουλα, την μπέρτα και την άμαξα του στο λιθόστρωτο και βουλγαρική ομιλούσα, που με έριξε αμέσως σε ύπνο βαθύ και έκλεισα τη συσκευή όταν με ξύπνησαν κατά τις οκτώμισι το πρωί.
Το πρωινό εκείνο ήμασταν προσκεκλημένοι στο Σπίτι της Κουλτούρας, ψηλά στον λόφο της παλιάς πόλης, ένα αρχοντικό σε άριστη κατάσταση, με τα κιγκλιδώματα, τον δροσερό του κήπο και τις κληματαριές του. Εκφωνήθηκαν οι λόγοι στα βουλγαρικά, ο πρόεδρος, ο εκπρόσωπος του δήμου, κάποιος του πνεύματος, ενώ από πλάι μια κόρη προσφύγων, πιθανότατα, μετέφραζε αργά και προσεκτικά στα ελληνικά με ακόμη βαρύτερη προφορά. Για τη χαρά τους, την ειρήνη, φιλία, συνα-δέλφωση, για τους λαούς, την τέχνη, το αναπόφευκτο προτσές. Τώρα, τι ανάλογο απάντησε ο Κωστής, ως δικός μας εκπρόσωπος, έχει εντελώς εξαλειφθεί από τη μνήμη μου.
Γνωριστήκαμε και με βούλγαρους συγγραφείς, ανταλλάξαμε διάφορα, σε διάφορες γλώσσες, αυτούσιες ή ανάμικτες, μερικές φορές με εγκαρδιότητα, φάγαμε μεγάλα βαθυκόκκινα τραγανά κεράσια και ήπιαμε κρασί, γελάσαμε. Μας πληροφόρησαν ακόμη ότι υπήρχε η δυνατότητα να φιλοξενηθεί εκεί για έξι μήνες κάποιος συγγραφέας, ντόπιος ή ξένος, για να γράψει το επόμενο βιβλίο του.
Ακολούθησε η ξενάγηση στα υπόλοιπα αξιοθέατα του Πλόβντιβ, ρωμαϊκό θέατρο, βυζαντινές εκκλησίες, τζαμιά, αίθουσες με τοιχογραφίες. Στον μακρύ πεζόδρομο της κεντρικής αγοράς πήγαμε μόνοι μας, δεν νομίζω ότι αγοράσαμε τίποτα απ τα μαγαζάκια στα διώροφα και τριώροφα διατηρητέα, βγάλαμε όμως αρκετές φωτογραφίες. Και οι άνθρωποι; Άχρωμοι, συμπαθητικοί, επιφανειακά εξημερωμένοι. Να ονειρεύονται ότι κάποτε θα αποκτήσουν, στη χειρότερη τους εκδοχή, όλα όσα εμείς ήδη κατείχαμε και απορρίπταμε με περιφρόνηση.
Μας πήγαν και μια εκδρομή στην κάποτε ελληνική Στενήμαχο, με νέο τώρα όνομα, που κατέληγε σε... γκραντ. Κάμπος απέραντος, ακαλλιέργητος, δρόμος στενός, με πολλές λακκούβες, σκληρή ανάρτηση το μικρό λεωφορείο και βιαστικός ο οδηγός, κούνημα και χοροπήδημα, μέσα στον αφόρητα ζεστό αέρα και την ευγενικά αμήχανη κουβέντα.
Όταν ήρθε η ώρα να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, φυσιολογικά δεν μας έμεναν και πολλά να πούμε. Με τον Γιάννη γνωριζόμασταν βέβαια από παλιά και είχαμε συνεργαστεί σε διοικητικά συμβούλια και σε αναρίθμητες δημόσιες εκδηλώσεις, ο Κωστής ήταν ένα-δυο χρόνια μικρότερος μου στο γυμνάσιο και δεν είχαμε ως τότε (και από τότε) καμία επαφή, η Πένυ και ο Σαράντης, που συνέχισαν τις αψιμαχίες με διακριτική ουδετερότητα των υπολοίπων, μου ήταν εντελώς άγνωστοι.
Έτσι επέλεξα να επανέλθω στην παιδική μου συνήθεια. Να θολώσω και να βυθιστώ στον εαυτό μου, με ανοιχτά τα μάτια και τ' αυτιά, να μην βλέπω και να μην ακούω τίποτα. Και συνεπώς να μη θυμάμαι. Επέλεξα να αναλογίζομαι τον αρχικό ενθουσιασμό μας, τα κίνητρα μας, την πορεία και την κατάληξη. Την ιδεολογία μας, την ανιδιοτέλεια, αγνότητα ή αφέλεια σε διαφορετικές δόσεις για τον καθένα. Τα λάθη μας στην απόπειρα να αποδράσουμε απ' τον βόθρο, την τυφλή λαχτάρα για το ανύπαρκτο. Αντί να αράξουμε χορτάτοι στο εξασφαλισμένο μέλλον μας, παιδιά αστών, αστοί κι εμείς, είχαμε γίνει καμικάζι εναντίον των θωρηκτών της τάξης μας. Και το πιο αστείο; Χωρίς βόμβες στο αεροπλάνο και με άσφαιρα φυσίγγια. «Ας κρατήσουμε το πόστο το στερνό σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες», όπως λέει και ο Ζήσης.
Έστω, λοιπόν. Τέλος των ψευδαισθήσεων, τέλος της εποχής, κι εμείς θα αποχωρούσαμε στο βάθος της σπηλιάς μας. Σε μερικά χρόνια ένας άλλος αιώνας θα ανέτειλλε, αλλότρια πλάσματα θα κυριαρχούσαν στον λογοτεχνικό ζωολογικό κήπο. Συναρμολογημένα και προγραμματισμένα στην εντέλεια, λειτουργικά και αδίστακτα. Ευειδή, ευτελή και ευπώλητα. Αυτά που τους αξίζει ένας τέτοιος κόσμος, που τους αξίζουν πραγματικά οι επευφημίες και τα χειροκροτήματα.