2 Δεκ 2009

Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΕΔΟΝΤΑ






Ι
Ψηλά η Μάλθη των βουνών - μου λες
Η Άνθεια Παναγιά
Με τα χρυσά ματόκλαδα
Η Καλομάτα.


ΙΙ

Πάντα πρώτη ή θάλασσα
Με τον πιο ανήμερο ήχο
Αγγίζοντας στα σκοτεινά
-Κι από παλιά εδώ-το πρόσωπο σου
Πέρα την άκρη των βουνών
Τις μικρές αιχμές από βέλη πού έφυγαν
-Αλλάζοντας στο δρόμο την προσταγή τους-

Και τώρα απλώνονται φιλιά
Κυνηγημένα μες στη νύχτα
Μάτια -χείλη- σ' αγαπώ
Σε μιας υπαίθριας αγοράς την ησυχία
Το τραίνο πού δεν έχει μηχανή κυλά
Και μες στις ρόδες του τυλίγονται
Με χλόες με παγκάκια με φτερά
Σπίτια μισάνοιχτα στον ύπνο τους
Σαν χρόνια.


ΙΙΙ


ΝΕΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Νύχτωσε λένε εδώ
Όπως άλλου «έτοιμοι για αποβίβαση»
‘Η «έφτασε, έφτασε το τραίνο»

Λίγο κι όλο πιο λίγο φως
Μετακινεί τις πέτρες, τα χαλάσματα:

Σπίτια με μόνο το κατώφλι τους
Σπίτια πού χάθηκαν μες σ' όνειρα
Μ' ανάμεσα τους ακούγονται πατήματα
Αιώνες τώρα περιμένοντας -σπίτια-νέους κατοίκους


Πιο κάτω καθαρά μοιάζει πλακόστρωτο
Με ψιλοβρόχι
Στη στροφή περασμένα δυό φιλιά πού αποκοιμήθηκαν
Προ-χω-ρούνε


Τρίμματα ήχων απ' άλλου
«Μακριά κυλάει το ποτάμι... μακριά
Κι είμαι δεμένος στο κατάρτι... μακριά»

Ζεσταίνουνε τον άνεμο αγγίγματα
Κι όλο πυκνώνει αργά ή ομίχλη
Ανεβάζοντας ολόκληρη την πλατεία

Μακριά
Θολώνουνε τα τζάμια όπως βλέμματα
Και με το δάχτυλο ζωγραφίζεις ψηλά
Το νέο φεγγάρι.

IV

Σαν λίκνο...

Αργά κυλώντας αγκαλιά
Σ' ένα λευκό- μα δάκρυ
Της μοίρας τα δάχτυλα
Πιο απαλά
Ένα πέταλο για σταυρό
Γράφοντας
Σαν λίκνο
Εδώ πού έγειρες
Εκεί πού άλλου κοιμάσαι
Και θολά βλέπεις μόλις
Γυρίζουνε
Δυό ρούχα ελαφρά
Μ' αργές στροφές
Τον αέρα
Σαν λίκνο
Πάνω απ' της νύχτας
Τ' ανάκουστα κύματα
Όλο και πιο πιο σιγανά
Μια μελωδία αθέατη
Πού έπαιζες. Εδώ
Απ' την αρχή

Σαν λίκνο...


V

Μακρόσυρτες γραμμές, όπως τραβάνε τα παιδιά
Κι από το λίγο μπλε τις ονομάζουν
Νύχτες
Με ανάμεσα τους το λευκό χαρτί
Με ανάμεσα σωπαίνοντας ποιά χείλη;
Ποιά μυστικά;
Φιλιά πού σχίζονται μόλις τα πάρει ό άνεμος
Σε λωρίδες - λωρίδες κόκκινο σαν αίμα
Κι αργά μετακινείται
-Τούς δείχτες γυρνώντας αντίστροφα-
Ο καιρός
ω α π α γ α σ... Σσστ!



Βαδίζοντας σέ τόπους μακρινούς πού τούς λένε ημέρα
Μ' έντεκα φοίνικες σειρά
Μπροστά στην έρημη την εκκλησία
Το κεφαλάκι τού παιδιού από κερί
Τάμα για τα όνειρα πού -ακόμη- ν' αληθέψουν
Καραδοκούν
Τού ανέμου τ' ακατοίκητο λιμάνι
Με τις κορδέλες, τα φωσάκια, τις σκιές
Σαν λέξεις πού δεν γράφτηκαν
Μα τώρα τις ξεβράζουν τα νερά
Πάνω στους άσπρους τοίχους
Ψηλά κλαδιά στα μάτια τ' ουρανού
Κι ούτε ένα δάκρυ
Παρεχτός μες στο φιλί μας κρύβοντας
Το μυστικό πού μάθαν όλοι
Κρατούν.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου

Από τη συλλογή "11 τόποι για 1 καλοκαίρι"

4 σχόλια:

Aeglie είπε...

Σ' ευχαριστούμε, Ανδρέα. Καλημέρα.

and33 είπε...

Γιούλη μου καλημέρα, το σ' ευχαριστούμε κάτι υπονοεί ότι τα σεμινάρια για τον Ελύτη συνεχίζονται και η παρουσία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου έγινε πιο κοντινή. Κάνω λάθος?

Aeglie είπε...

Ο πληθυντικός είναι λίγο για να εκπροσωπήσει και άλλους που δεν τολμούν – ποιος ξέρει γιατί; - να ελευθερώσουν το θαυμασμό τους για την ποίηση που παρουσιάζεις σε αυτή την ανάρτηση και περισσότερο για να μεγαλώσει το δικό μου ευχαριστώ. Η σειρά των μαθημάτων φτάνει στο τέλος της – δυο διαλέξεις ακόμη – και θέλω κι άλλο.

and33 είπε...

Γιούλη μου
Να ξέρεις ότι σε "ζηλεύω" για τα σεμινάρια. Και βέβαια ξέρεις πολύ καλά ότι τη συλλογή της Ιουλίτας Ηλιοπούλου τη πήρα μετα από τη κουβέντα που είχαμε. Κρίμα που δεν βρήκα ακόμα κι άλλες.