25 Οκτ 2011

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

οι καρέκλες

Δυο καρέκλες ξύλινεςστην είσοδο
μιας πράσινης πόρτας.
Άδειες.
Ένα μπουκέτο ρίγανη.
Ένα ρολόι στο λευκό τοίχο
να μετρά τα ηλεκτροφόρα φορτία.
Αποτύπωση μιας κοινής φωτογραφίας.
Ίσως από τουριστικό οδηγό
σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί,
σε έναν καλοκαιρινό προορισμό.
Αυθεντικά ενσταντανέ.
Έμεινα για λίγο να κοιτάζω.
Το σπίτι παράξενα με πλησίαζε.
Γύρω του συμπλήρωνα το τοπίο.
Το υπόστεγο με τις λαμαρίνες,
την τσιμεντένια αυλή,
την νεσπολιά με τα κίτρινα φρούτα,
την αυγουστιάτικη αχλαδιά και τη γέρικη καρυδιά μας.
Το γέμισα το σκηνικό.
Και ας ήξερα πως οι δυο καρέκλες
θα μέναν αδειανές.


απρόσκλητα

Έρχονται απρόσκλητα στο τραπέζι μου.
με ύφος αναιδές και προκλητικό
κάθονται στις άδειες καρέκλες.
αδιάφορα τσιμπολογούν,
ούτε που με κοιτούν στα μάτια.
συχνά σπρώχνουν τους άλλους,
τους βγάζουν από τη θέση τους
με τη θρασύτητά τους
και από τον καφέ τους πίνουν.
με μάτια άδεια,
βρώμικα ρούχα ,
τα πόδια τους στη λάσπη
κυλισμένα έρχονται ξανά και ξανά ,
μου απασχολούν τη σκέψη
και μου ζητάν με προσποιητή ευγένεια
μαζί τους να χορέψω.
σαν περιστέρια με επισκέπτονται
κάθε πρωί οι ενοχές μου.


μοναξιά

Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
σκίζει τους τοίχους, μπερδεύεται στα χώματα.
Γίνεται λάσπη και κολλά στο δέρμα μου,
μικρή κηλίδα ,επίμονη ,αχόρταγη.
απλώνεται στο σώμα και το βυθομετρά..
Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
χτυπά την πόρτα, όταν έχεις καλεσμένους.
μπαίνει και στέκεται στο πάτωμα.
να φύγουν περιμένει .
και όταν το δωμάτιο αδειάσει πια και μένεις,
μόνη
με την ακαταστασία,
παίρνει εκείνη το πανί να σφουγγαρίσει.
πλένει τα πιάτα,
στρώνει κρεβάτι και στρογγυλοκάθεται
στην έρημη ζωή σου.
Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
Έπαψα να ακούω τις φωνές,
ακούω μόνο ένα μικρό ρυάκι
που μέσα μου κυλά και με πηγαίνει ,
μόνη,
πίσω από τις κουρτίνες.
να στέκομαι εκεί με ένα φιλί στα χείλη,
ένα φιλί που ακόμη δεν εδόθη.


Το κόκκινο moriss

στο κόκκινο αμάξι
 στριμώχτηκα
 πίσω από τη θέση του οδηγού
 μια βόλτα να πάμε,
 όπως παλιά.
 εσύ, στο τιμόνι
 με ρούχα λευκά
 και εμείς, τα καλά μας
 φορώντας.
 παράξενα όλα.
 πώς άλλαξαν έτσι;
 οι ρόδες κόλλησαν στο χώμα,
 στη θέση του οδηγού
λουλούδια φύτρωσαν
 και εγώ πια δεν χωράω
 στο αμάξι να μπω.


φυγή.

θέλησα να φύγω.
να ανοίξω το παράθυρο και να δραπετεύσω.
έξω ο κόσμος απλώνεται παράξενα προκλητικός,
η θάλασσα μοιάζει ανεξάντλητη,
η έρημος φαντάζει δροσερή καθώς το χιόνι μου χαϊδεύει το κορμί,
η στέπα καίει τα πόδια ,μια αντιλόπη μου χαμογελά, οι βίσωνες μαζί μου ταξιδεύουν.
θέλησα λοιπόν να δραπετεύσω.
στα χέρια κρατούσα μια πολαρόιντ
να απαθανατίσω τις σκόρπιες μου στιγμές,
μια λιμνοθάλασσα, ένα απόμερο ακρογιάλι,
ένα φθινόπωρο στο ξεχασμένο πατρικό μου,
τον άντρα με τα περιστέρια φορεμένα στο πέτο.
Θέλησα να ταξιδέψω.
Μακριά .
Εκεί που μου φαινόταν όλα διαφορετικά,
Που οι άνθρωποι θα με κοιτούν στα μάτια
Και τα τρένα ζωγραφισμένα θα είναι με χρωματιστές μπογιές.
Εκεί που το σκοτάδι ,χάδι απαλό κουρνιάζει στο στήθος
Και το ξημέρωμα τρυπώνει στην ψυχή ,απρόσμενα.
Το λαχτάρησα τόσο αυτό το φευγιό.
Μα πάντα
Μια αράχνη
Ξέρει στα πόδια μου να υφαίνει τον ιστό της.


χθες

Χτες το βράδυ αφέθηκα.
Σ' ένα σπίτι αδειανό, με τρύπια τη στέγη
το κορμί μου ελευθέρωσα.
Ο αέρας αδίστακτος τα βλέμματα έσμιγε
του παράνομου πόθου.
Τα δάχτυλα μπλέκονταν πολεμώντας
 το χρόνο να αιχμαλωτίσουν.
Η αγκαλιά σου φωλιά για ναυάγια και κουρασμένες αλήθειες.
Τα φιλιά σου, τα λόγια ,η ανάσα τρυπούσαν το θωρακισμένο μου σώμα.
Χωρίς ντροπή ή ενδοιασμό γυμνή με άφησες πετώντας με κρότο τη βουβή πανοπλία.
Χτες το βράδυ λοιπόν ενέδωσα.
Σε μια αγάπη που ξέρω θα είναι μισή.
Τώρα ορφανό το κορμί μου σπαράζει
 στο φως του εκτυφλωτικού φεγγαριού.


Ο κόσμος είναι απλός

Συνήθιζα να σε ρωτάω
Πώς φτιάχτηκε ο κόσμος,
Αλλά μονάχα μου χαμογελούσες.
Μου άπλωνες το χέρι,
Με έπαιρνες στην αγκαλιά σου.
Ο κόσμος ήταν απλός για εσένα.
Μια γλάστρα με βασιλικό,
Ένας καφές ελληνικός με μια σταγόνα ούζο,
Μια φέτα από καρπούζι τον Αύγουστο,
Ένα πρωινό στην ακροθαλασσιά.
Ο κόσμος ήταν απλός.
Ένα φιλί στο μάγουλο,
Ένα τραγούδι γύρω από το τζάκι
Ή ένας χορός στην ανοιξιάτικη αυλή.
Ο κόσμος ήταν απλός.
Το καλοκαίρι στο πανηγύρι της Μυρτιώτισσας
ή στο μοναστήρι στο βουνό του Παντοκράτορα κερί να ανάψεις.
Ένα τσαμπί σταφύλι, λίγα σύκα, μια χούφτα καρύδια,
Γάργαρο νερό από το βαθύσκιωτο πηγάδι μας
Και υποβρύχιο βανίλια.
Ο κόσμος είναι απλός.
Μα τον περιέπλεξε πολύ ο θάνατός σου.


Δεν θέλω να βγω από το σπίτι

Κόλλησα στον καναπέ
Με τα πόδια αγκαλιά ,
Έμβρυο πάλι
Με τα μάτια ανοιχτά.
Δεν θέλω να βγω.
Έξω είναι άγριοι καιροί,
Μια χελώνα
Δίχως καβούκι
Στο μπαλκόνι στέκεται
Και επίμονα με κοιτά.
Ο ταχυδρόμος χτυπά το κουδούνι
 Γράμματα φέρνει
Από τελειωμένες αγάπες.
Η πόρτα τρίζει
Είναι πάλι ο ίδιος ο ίσκιος,
Από τη μέρα της γέννησης μου με ψάχνει
Δεν θέλω να βγω.
Εσύ λείπεις.
Σε εξουσιάζει μια νέα θεωρία
Κάτι μου είπες
Για γραμμάτια ανεξόφλητα και τοκοχρεολύσια
Δεν θέλω να βγω
Ο κόσμος δεν με ξέρει,
Κανείς δεν μου γελά
Μόνο με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη
Δεν θέλω να βγω.
Και ας ξημέρωσε πάλι
Στην άδεια την πόλη με τις μακιγιαρισμένες ενοχές
Και τις πουδραρισμένες αλήθειες
Τι να βγω να κάνω;
Δεν θέλω να βγω
 να σε δω
Να με βλέπεις σαν ξένη
Με ένα χαμόγελο άδειο,
τα μάτια σκοτεινά και βουβά
Και τα χείλη νεκρά μετά από τόσες δόσεις αγάπης.
Δεν θέλω να βγω
Πού να πάω;

τουλίπες

πέντε τουλίπες σου έφερα
 πέντε κατακόκκινες τουλίπες,
 στο βάζο με το θολό νερό.
 κόκκινο και λευκό,
 αντίθεση ιδανική,
 για να στολίσουν το υπόγειο κρεβάτι.
 τις έφερα πρωί
 μια μια τις διάλεξα
 από τον ανθοπώλη
 ανήμερα του Αη Γιώργη.
 καθώς τις έβαζα στο βάζο
 με επιμέλεια στοργική
 αναρωτιόμουν
 τι να τα κάνεις τα λουλούδια,
 τι να τις κάνεις τις τουλίπες
 μέσα στο χώμα το στεγνό;

Θάλασσα

(απάντηση σε ποίημα της αδερφής μου, Μαριάννας)

θυμάμαι τη θάλασσα
γιατί με γέννησε
 γιατί τα βράδια ακούω τα κύματά της στο κρεβάτι μου
γιατί με τα βότσαλά της έχτισα τον κήπο μου.
θυμάμαι τη θάλασσα γιατί η αλμύρα της με γιάτρευσε
γιατί ο βυθός της μου προσέφερε καταφύγιο
 γιατί το μπλε της με ταξίδευσε.
θυμάμαι τη θάλασσα
 γιατί είναι το σπίτι μου.

Εγώ είμαι μικρή.

Δεν έχω δάχτυλα να υφαίνουν  ώρες αγρύπνιας
Τα χέρια μου τη μοναξιά δεν την κεντούν σε αραχνοΰφαντο στολίδι
Το στήθος μου ζεστό ποτάμι από πυρ.
Εγώ είμαι λίγη.
Δεν φτάνει το τραγούδι μου να ξεμυαλίσει ναυαγούς
Και το κορμί μου δεν αρκεί να σε κρατήσει εννέα χρόνια στο νησί .
Δεν έχω εγώ τη φήμη της Ελένης, την κόμη την ξανθή, τα θέλγητρά της
Που έστειλαν πρόωρα  στον Άδη  τόσα φιλντισένια ανδρικά κορμιά.
Εγώ είμαι ανθρώπινη.
Δεν έχω τίποτε το θεϊκό ,ούτε χαρίσματα, ούτε φίλτρα μαγικά,
Ούτε χαμόγελο ολόφωτο ,ούτε σημάδια απόκρυφα να εξερευνήσεις.
Εγώ είμαι φτιαγμένη από πηλό.
Η σάρκα μου ,τα οστά μου, το αίμα μου
Ανθρώπου θνητού καμωμένα, χωρίς έστω την ψευδαίσθηση του ξεχωριστού.
Δεν λάξευσε εμένα το κορμί μου γλύπτης, ούτε θεός δεν φύσηξε αεράκι την ώρα
που γεννιόμουν.
Οι Μοίρες ξεχάσαν  να με προικίσουν και αδέσποτη στάθηκα στις τύχης τα τερτίπια.
Δεν με λαχτάρησε κανένας Κένταυρος εμένα ούτε και ο Δίας μετεμορφώθη σε χρυσή βροχή να με πλαγιάσει.
Εγώ λοιπόν είμαι αυτή.
Και ξέρω, δεν σου είμαι αρκετή.

Δήλωση νομιμοφροσύνης

Θέλω να συμμορφωθώ,
Να υπακούω σε όλους τους κανόνες ηθικής.
Μια γυναίκα νόμιμη
Μ΄ ένα σταυρουδάκι τυλιγμένο στο λαιμό
Και μες στη χούφτα ρύζι
Και ροδοπέταλα.
Καθώς θα κυνηγώ την ύπαρξή μου
Είναι βέβαιο πως ένα ποντίκι θα έχει
Κάτω από  τη φούστα μου κρυφτεί ,
Θ’ ανοίγει τρύπες στα οστά μου
Και με κορδέλα χρυσοκόκκινη θα ενώνει τις οπές.
Την ώρα του μεσημεριανού
Γεύμα θα στρώνω σε τραπέζι ξύλινο
Σμιλευμένο στην καρδιά μιας καρυδιάς.
Τη νύχτα κατεβαίνοντας σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Η νυχτικιά μου θα ανεμίζει,
Σημαιοφόρος της προσωπικής μου υποταγής.
Λευκό σατέν ,δαντέλα και πασουμάκια ροζ
Τη νύμφη της αθωότητας να παριστάνω.
Κρυστάλλινα τα χέρια
Καθώς στην αγκαλιά σου θα με παίρνεις
Τα δάχτυλα θα σπάνε ,ένα ένα .
Θέλω να είμαι
Γυναίκα εστεφανωμένη,
Σε κάδρο ασημένιο
Μ’ ένα στεφάνι στολισμένο τριαντάφυλλα
Και υάκινθους
Γυμνά από αγκάθια.
Θέλω να βαπτιστώ γυναίκα,
τη μοίρα μου να ασπαστώ
πανάρχαιη
βγαλμένη από τα έγκατα της γης.
Μα όταν η  ώρα που να υπογράψω έρχεται
Αίτηση νομιμοφροσύνης,
Θεριεύει μέσα μου το αίμα
Και κόκκινο βάφει το χαρτί.


μαθήτευσα κοντά σου

όλα μου τα έμαθες.
την αλφαβήτα από την αρχή.
μαζί συλλαβίζαμε τις λέξεις και φτιάχναμε κάστρα
με δαιδαλωτούς διαδρόμους από συμπλέγματα συμφώνων
μαζί με ένα τυχαίο άλφα.
τις νύχτες στο κρεβάτι με ένα λάμδα υγρό
εξερευνούσες το κορμί μου .
και όταν ο ήλιος το πρωί τα μάτια μας φιλούσε
μου μάθαινες να αναπνέω με το στήθος
γεμάτο από όμικρον
και να φιλώ με πι και φι και βήτα.
και όταν ξαπόσταινα στην αγκαλιά σου
το ιώτα παρίστανες για να με νανουρίσεις.
όλα μου τα έμαθες
μα ξέχασες να μου πεις πως το αντίο να προφέρω.

Γαμήλιο δώρο

αισθάνομαι τα πέλματά μου
να βυθίζονται
 στο αφρολέξ του στρώματός μου.
 ένας κροταλίας και μια μέδουσα
με τραβούν
 μέσα στον ακάνθινο φλοιό του.
 βουλιάζω.
 πρώτα τα δάχτυλα
 μετά οι αστράγαλοι,
 το στήθος,
 οι ώμοι,
 τα μάτια...
 μια τελευταία ματιά
 ρίχνω
σ' εσένα
 και εξαφανίζομαι.
 γαμήλιο δώρο
σε μια παράλογη σύζευξη.

ανεπίδοτη επιστολή.

την επιστολή δεν την άνοιξα.
την άφησα κλειστή
να σέρνεται υδρόβια στο χολ,
να σπαρταρά, γυμνή από λέπια
σε περιβάλλον αεροστεγές.
ο αποστολέας δοκίμαζε
τη σκέψη μου.
κάθε επιστολή μια νέα μεταμόρφωση.
ποτέ όμως πρίγκιπας.
εντέλει βάτραχος έμενε.
αυτή τη φορά τον φάκελο τον τσάκισα
στα δυο, όπως σπάει η μνήμη
τα οστά μου ,λεπτά και διαφανή, πορσελάνες Βοημίας.
την κοίταξα φευγαλέα.
το όνομά σου απλωνόταν
αριστερά, δίπλα από το γραμματόσημο ,
που πόζαρε καμαρωτός
ο αθλητής στεφανωμένος.
βγήκα από το δωμάτιο, δυτικά της κοίτης,
στο κάτοπτρο του χρόνου.
το σώμα όλο διέτρεχαν μυρμήγκια,
τα γράμματα τσιμπούσαν τη σάρκα και ηδονικά
το αίμα μου ρουφούσαν.
μηχανικά άναψα τσιγάρο.
να κάψω κάθε συλλαβή με μια ρουφηξιά.

γρήγορα εγκατέλειψα την ιδέα.
τις στάχτες, τις στάχτες του κορμιού μου
ποιος θα μάζευε μετά;
ένα μελίσσι ακούγονταν από βαθιά.
έσταζε κάθε σου φράση γλυκόπιοτο φαρμάκι.
η σκέψη καρφωμένη εκεί . Εσταυρωμένος
χωρίς Ανάσταση.
μάντευα τι λες σε κάθε διάστιχο.
κάθε σου φώνημα που είχες τοποθετήσει,
κάθε έκφραση δυσκολίας, τα διαπιστευτήρια αγάπης
και τέλος μια κλωστή
να ράψω τις ουλές μου.
το γράμμα δεν το άνοιξα ποτέ.
πήρα μόνο το οικόσημό σου,
το κρέμασα στο λαιμό
και με μια ταινία σφράγισα
το χολ μια για πάντα.


μου φτάνει....

μου φτάνει μόνο να έρχεσαι.
να έρχεσαι ξανά και ξανά.
 να μου μιλάς.
για εκείνα που ποτέ δεν θα ζήσουμε.
και να με ακούς.
για όσα ονειρεύομαι για εμάς .
μου φτάνει αυτό.
ένα σημείο μηδέν στο χρόνο,
την ώρα που μιλάμε
και ο κόσμος μοιάζει ακατοίκητος.
μόνο εγώ και εσύ.
μου φτάνει.
να σε ακούω να γελάς και να κλαις μαζί.
να με ακούς να σε αγαπώ και να σε μισώ μαζί.
να μου μιλάς για μια βόλτα στη θάλασσα
να σου μιλώ για έναν κήπο απλό χωρίς βαρύτιμα λουλούδια.
Μου φτάνει.
Να με στολίζεις με τη φαντασία σου και να με φτιάχνεις
μάγισσα, νεράιδα και ξωτικό μαζί.
Να σε περιχύνω με άστρα και να σε φαντάζομαι ιδανικό εραστή
και μαύρο καβαλάρη.
 Μου φτάνει.
Ναι.
Να σε αγκαλιάζω για λίγο και να αφανίζομαι μετά.
Να με φιλάς τρυφερά και να χάνεις τη φωνή σου.
Να ναρκώνεις με δυο σου λέξεις τον πόνο μου
Να ξυπνάω με το άγγιγμά μου το σώμα σου.
Μου φτάνει.
Γιατί αυτό το λίγο
Είναι τόσο αρκετό,
Όσο ένα χάδι της μάνας στο δακρυσμένο παιδί της.



Η Άντζελα Γεωργοτά γεννήθηκε στη Κέρκυρα το 1977, όπου και ζει σήμερα,
σπούδασε  Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Δεν έχει εκδώσει ακόμα κάποια ποιητική συλλογή, δημοσιεύει όμως ποιήματα της
στο διαδίκτυο.  
Εύχομαι στην Άντζελα σύντομα να δούμε την πρώτη της ποιητική συλλογή. 



 

6 σχόλια:

~reflection~ είπε...

Η σύνθεση του Ρεαλισμού και της Σουρρεαλιστικής οπτικής του Ποιητή,
αποβαίνει αποτελεσματικά Νικηφόρα
μπρος στους Στόχους που εξαρχής έθεσε η Ιδέα στον Στίχο του Ποιήματος!!!


καλό βραδάκι...

ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ είπε...

Κάκια, απαντώ με στίχους της ποιήτρια.
"Μου φτάνει.
Να με στολίζεις με τη φαντασία σου και να με φτιάχνεις
μάγισσα, νεράιδα και ξωτικό μαζί"

Poet είπε...

Μετά τα αφιερώματα στη Χλόη, τη Λίλιαν και τη Στέλλα, χαιρετίζω και το αφιέρωμα στην Άντζελα. Το μπουκέτο σχηματίζεται και ήδη απλώνει την ευωδιά του τριγύρω.

ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ είπε...

Μπουκέτο που μυρίζει άνοιξη, Τόλη μου.

Yiannis είπε...

Πολύ μου άρεσε η ποίηση της Άντζελας. Γνήσια, ειλικρινής ποιητική φωνή που με αγγίζει. Μπράβο Ανδρέα.

Angie είπε...

Ανδρέα ευχαριστώ για το αφιέρωμα...πολύ χάρηκα που διέθεσες χώρο και χρόνο και για εμένα....