25 Οκτ 2011

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

οι καρέκλες

Δυο καρέκλες ξύλινεςστην είσοδο
μιας πράσινης πόρτας.
Άδειες.
Ένα μπουκέτο ρίγανη.
Ένα ρολόι στο λευκό τοίχο
να μετρά τα ηλεκτροφόρα φορτία.
Αποτύπωση μιας κοινής φωτογραφίας.
Ίσως από τουριστικό οδηγό
σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί,
σε έναν καλοκαιρινό προορισμό.
Αυθεντικά ενσταντανέ.
Έμεινα για λίγο να κοιτάζω.
Το σπίτι παράξενα με πλησίαζε.
Γύρω του συμπλήρωνα το τοπίο.
Το υπόστεγο με τις λαμαρίνες,
την τσιμεντένια αυλή,
την νεσπολιά με τα κίτρινα φρούτα,
την αυγουστιάτικη αχλαδιά και τη γέρικη καρυδιά μας.
Το γέμισα το σκηνικό.
Και ας ήξερα πως οι δυο καρέκλες
θα μέναν αδειανές.


απρόσκλητα

Έρχονται απρόσκλητα στο τραπέζι μου.
με ύφος αναιδές και προκλητικό
κάθονται στις άδειες καρέκλες.
αδιάφορα τσιμπολογούν,
ούτε που με κοιτούν στα μάτια.
συχνά σπρώχνουν τους άλλους,
τους βγάζουν από τη θέση τους
με τη θρασύτητά τους
και από τον καφέ τους πίνουν.
με μάτια άδεια,
βρώμικα ρούχα ,
τα πόδια τους στη λάσπη
κυλισμένα έρχονται ξανά και ξανά ,
μου απασχολούν τη σκέψη
και μου ζητάν με προσποιητή ευγένεια
μαζί τους να χορέψω.
σαν περιστέρια με επισκέπτονται
κάθε πρωί οι ενοχές μου.


μοναξιά

Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
σκίζει τους τοίχους, μπερδεύεται στα χώματα.
Γίνεται λάσπη και κολλά στο δέρμα μου,
μικρή κηλίδα ,επίμονη ,αχόρταγη.
απλώνεται στο σώμα και το βυθομετρά..
Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
χτυπά την πόρτα, όταν έχεις καλεσμένους.
μπαίνει και στέκεται στο πάτωμα.
να φύγουν περιμένει .
και όταν το δωμάτιο αδειάσει πια και μένεις,
μόνη
με την ακαταστασία,
παίρνει εκείνη το πανί να σφουγγαρίσει.
πλένει τα πιάτα,
στρώνει κρεβάτι και στρογγυλοκάθεται
στην έρημη ζωή σου.
Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
Έπαψα να ακούω τις φωνές,
ακούω μόνο ένα μικρό ρυάκι
που μέσα μου κυλά και με πηγαίνει ,
μόνη,
πίσω από τις κουρτίνες.
να στέκομαι εκεί με ένα φιλί στα χείλη,
ένα φιλί που ακόμη δεν εδόθη.


Το κόκκινο moriss

στο κόκκινο αμάξι
 στριμώχτηκα
 πίσω από τη θέση του οδηγού
 μια βόλτα να πάμε,
 όπως παλιά.
 εσύ, στο τιμόνι
 με ρούχα λευκά
 και εμείς, τα καλά μας
 φορώντας.
 παράξενα όλα.
 πώς άλλαξαν έτσι;
 οι ρόδες κόλλησαν στο χώμα,
 στη θέση του οδηγού
λουλούδια φύτρωσαν
 και εγώ πια δεν χωράω
 στο αμάξι να μπω.


φυγή.

θέλησα να φύγω.
να ανοίξω το παράθυρο και να δραπετεύσω.
έξω ο κόσμος απλώνεται παράξενα προκλητικός,
η θάλασσα μοιάζει ανεξάντλητη,
η έρημος φαντάζει δροσερή καθώς το χιόνι μου χαϊδεύει το κορμί,
η στέπα καίει τα πόδια ,μια αντιλόπη μου χαμογελά, οι βίσωνες μαζί μου ταξιδεύουν.
θέλησα λοιπόν να δραπετεύσω.
στα χέρια κρατούσα μια πολαρόιντ
να απαθανατίσω τις σκόρπιες μου στιγμές,
μια λιμνοθάλασσα, ένα απόμερο ακρογιάλι,
ένα φθινόπωρο στο ξεχασμένο πατρικό μου,
τον άντρα με τα περιστέρια φορεμένα στο πέτο.
Θέλησα να ταξιδέψω.
Μακριά .
Εκεί που μου φαινόταν όλα διαφορετικά,
Που οι άνθρωποι θα με κοιτούν στα μάτια
Και τα τρένα ζωγραφισμένα θα είναι με χρωματιστές μπογιές.
Εκεί που το σκοτάδι ,χάδι απαλό κουρνιάζει στο στήθος
Και το ξημέρωμα τρυπώνει στην ψυχή ,απρόσμενα.
Το λαχτάρησα τόσο αυτό το φευγιό.
Μα πάντα
Μια αράχνη
Ξέρει στα πόδια μου να υφαίνει τον ιστό της.


χθες

Χτες το βράδυ αφέθηκα.
Σ' ένα σπίτι αδειανό, με τρύπια τη στέγη
το κορμί μου ελευθέρωσα.
Ο αέρας αδίστακτος τα βλέμματα έσμιγε
του παράνομου πόθου.
Τα δάχτυλα μπλέκονταν πολεμώντας
 το χρόνο να αιχμαλωτίσουν.
Η αγκαλιά σου φωλιά για ναυάγια και κουρασμένες αλήθειες.
Τα φιλιά σου, τα λόγια ,η ανάσα τρυπούσαν το θωρακισμένο μου σώμα.
Χωρίς ντροπή ή ενδοιασμό γυμνή με άφησες πετώντας με κρότο τη βουβή πανοπλία.
Χτες το βράδυ λοιπόν ενέδωσα.
Σε μια αγάπη που ξέρω θα είναι μισή.
Τώρα ορφανό το κορμί μου σπαράζει
 στο φως του εκτυφλωτικού φεγγαριού.


Ο κόσμος είναι απλός

Συνήθιζα να σε ρωτάω
Πώς φτιάχτηκε ο κόσμος,
Αλλά μονάχα μου χαμογελούσες.
Μου άπλωνες το χέρι,
Με έπαιρνες στην αγκαλιά σου.
Ο κόσμος ήταν απλός για εσένα.
Μια γλάστρα με βασιλικό,
Ένας καφές ελληνικός με μια σταγόνα ούζο,
Μια φέτα από καρπούζι τον Αύγουστο,
Ένα πρωινό στην ακροθαλασσιά.
Ο κόσμος ήταν απλός.
Ένα φιλί στο μάγουλο,
Ένα τραγούδι γύρω από το τζάκι
Ή ένας χορός στην ανοιξιάτικη αυλή.
Ο κόσμος ήταν απλός.
Το καλοκαίρι στο πανηγύρι της Μυρτιώτισσας
ή στο μοναστήρι στο βουνό του Παντοκράτορα κερί να ανάψεις.
Ένα τσαμπί σταφύλι, λίγα σύκα, μια χούφτα καρύδια,
Γάργαρο νερό από το βαθύσκιωτο πηγάδι μας
Και υποβρύχιο βανίλια.
Ο κόσμος είναι απλός.
Μα τον περιέπλεξε πολύ ο θάνατός σου.


Δεν θέλω να βγω από το σπίτι

Κόλλησα στον καναπέ
Με τα πόδια αγκαλιά ,
Έμβρυο πάλι
Με τα μάτια ανοιχτά.
Δεν θέλω να βγω.
Έξω είναι άγριοι καιροί,
Μια χελώνα
Δίχως καβούκι
Στο μπαλκόνι στέκεται
Και επίμονα με κοιτά.
Ο ταχυδρόμος χτυπά το κουδούνι
 Γράμματα φέρνει
Από τελειωμένες αγάπες.
Η πόρτα τρίζει
Είναι πάλι ο ίδιος ο ίσκιος,
Από τη μέρα της γέννησης μου με ψάχνει
Δεν θέλω να βγω.
Εσύ λείπεις.
Σε εξουσιάζει μια νέα θεωρία
Κάτι μου είπες
Για γραμμάτια ανεξόφλητα και τοκοχρεολύσια
Δεν θέλω να βγω
Ο κόσμος δεν με ξέρει,
Κανείς δεν μου γελά
Μόνο με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη
Δεν θέλω να βγω.
Και ας ξημέρωσε πάλι
Στην άδεια την πόλη με τις μακιγιαρισμένες ενοχές
Και τις πουδραρισμένες αλήθειες
Τι να βγω να κάνω;
Δεν θέλω να βγω
 να σε δω
Να με βλέπεις σαν ξένη
Με ένα χαμόγελο άδειο,
τα μάτια σκοτεινά και βουβά
Και τα χείλη νεκρά μετά από τόσες δόσεις αγάπης.
Δεν θέλω να βγω
Πού να πάω;

τουλίπες

πέντε τουλίπες σου έφερα
 πέντε κατακόκκινες τουλίπες,
 στο βάζο με το θολό νερό.
 κόκκινο και λευκό,
 αντίθεση ιδανική,
 για να στολίσουν το υπόγειο κρεβάτι.
 τις έφερα πρωί
 μια μια τις διάλεξα
 από τον ανθοπώλη
 ανήμερα του Αη Γιώργη.
 καθώς τις έβαζα στο βάζο
 με επιμέλεια στοργική
 αναρωτιόμουν
 τι να τα κάνεις τα λουλούδια,
 τι να τις κάνεις τις τουλίπες
 μέσα στο χώμα το στεγνό;

Θάλασσα

(απάντηση σε ποίημα της αδερφής μου, Μαριάννας)

θυμάμαι τη θάλασσα
γιατί με γέννησε
 γιατί τα βράδια ακούω τα κύματά της στο κρεβάτι μου
γιατί με τα βότσαλά της έχτισα τον κήπο μου.
θυμάμαι τη θάλασσα γιατί η αλμύρα της με γιάτρευσε
γιατί ο βυθός της μου προσέφερε καταφύγιο
 γιατί το μπλε της με ταξίδευσε.
θυμάμαι τη θάλασσα
 γιατί είναι το σπίτι μου.

Εγώ είμαι μικρή.

Δεν έχω δάχτυλα να υφαίνουν  ώρες αγρύπνιας
Τα χέρια μου τη μοναξιά δεν την κεντούν σε αραχνοΰφαντο στολίδι
Το στήθος μου ζεστό ποτάμι από πυρ.
Εγώ είμαι λίγη.
Δεν φτάνει το τραγούδι μου να ξεμυαλίσει ναυαγούς
Και το κορμί μου δεν αρκεί να σε κρατήσει εννέα χρόνια στο νησί .
Δεν έχω εγώ τη φήμη της Ελένης, την κόμη την ξανθή, τα θέλγητρά της
Που έστειλαν πρόωρα  στον Άδη  τόσα φιλντισένια ανδρικά κορμιά.
Εγώ είμαι ανθρώπινη.
Δεν έχω τίποτε το θεϊκό ,ούτε χαρίσματα, ούτε φίλτρα μαγικά,
Ούτε χαμόγελο ολόφωτο ,ούτε σημάδια απόκρυφα να εξερευνήσεις.
Εγώ είμαι φτιαγμένη από πηλό.
Η σάρκα μου ,τα οστά μου, το αίμα μου
Ανθρώπου θνητού καμωμένα, χωρίς έστω την ψευδαίσθηση του ξεχωριστού.
Δεν λάξευσε εμένα το κορμί μου γλύπτης, ούτε θεός δεν φύσηξε αεράκι την ώρα
που γεννιόμουν.
Οι Μοίρες ξεχάσαν  να με προικίσουν και αδέσποτη στάθηκα στις τύχης τα τερτίπια.
Δεν με λαχτάρησε κανένας Κένταυρος εμένα ούτε και ο Δίας μετεμορφώθη σε χρυσή βροχή να με πλαγιάσει.
Εγώ λοιπόν είμαι αυτή.
Και ξέρω, δεν σου είμαι αρκετή.

Δήλωση νομιμοφροσύνης

Θέλω να συμμορφωθώ,
Να υπακούω σε όλους τους κανόνες ηθικής.
Μια γυναίκα νόμιμη
Μ΄ ένα σταυρουδάκι τυλιγμένο στο λαιμό
Και μες στη χούφτα ρύζι
Και ροδοπέταλα.
Καθώς θα κυνηγώ την ύπαρξή μου
Είναι βέβαιο πως ένα ποντίκι θα έχει
Κάτω από  τη φούστα μου κρυφτεί ,
Θ’ ανοίγει τρύπες στα οστά μου
Και με κορδέλα χρυσοκόκκινη θα ενώνει τις οπές.
Την ώρα του μεσημεριανού
Γεύμα θα στρώνω σε τραπέζι ξύλινο
Σμιλευμένο στην καρδιά μιας καρυδιάς.
Τη νύχτα κατεβαίνοντας σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Η νυχτικιά μου θα ανεμίζει,
Σημαιοφόρος της προσωπικής μου υποταγής.
Λευκό σατέν ,δαντέλα και πασουμάκια ροζ
Τη νύμφη της αθωότητας να παριστάνω.
Κρυστάλλινα τα χέρια
Καθώς στην αγκαλιά σου θα με παίρνεις
Τα δάχτυλα θα σπάνε ,ένα ένα .
Θέλω να είμαι
Γυναίκα εστεφανωμένη,
Σε κάδρο ασημένιο
Μ’ ένα στεφάνι στολισμένο τριαντάφυλλα
Και υάκινθους
Γυμνά από αγκάθια.
Θέλω να βαπτιστώ γυναίκα,
τη μοίρα μου να ασπαστώ
πανάρχαιη
βγαλμένη από τα έγκατα της γης.
Μα όταν η  ώρα που να υπογράψω έρχεται
Αίτηση νομιμοφροσύνης,
Θεριεύει μέσα μου το αίμα
Και κόκκινο βάφει το χαρτί.


μαθήτευσα κοντά σου

όλα μου τα έμαθες.
την αλφαβήτα από την αρχή.
μαζί συλλαβίζαμε τις λέξεις και φτιάχναμε κάστρα
με δαιδαλωτούς διαδρόμους από συμπλέγματα συμφώνων
μαζί με ένα τυχαίο άλφα.
τις νύχτες στο κρεβάτι με ένα λάμδα υγρό
εξερευνούσες το κορμί μου .
και όταν ο ήλιος το πρωί τα μάτια μας φιλούσε
μου μάθαινες να αναπνέω με το στήθος
γεμάτο από όμικρον
και να φιλώ με πι και φι και βήτα.
και όταν ξαπόσταινα στην αγκαλιά σου
το ιώτα παρίστανες για να με νανουρίσεις.
όλα μου τα έμαθες
μα ξέχασες να μου πεις πως το αντίο να προφέρω.

Γαμήλιο δώρο

αισθάνομαι τα πέλματά μου
να βυθίζονται
 στο αφρολέξ του στρώματός μου.
 ένας κροταλίας και μια μέδουσα
με τραβούν
 μέσα στον ακάνθινο φλοιό του.
 βουλιάζω.
 πρώτα τα δάχτυλα
 μετά οι αστράγαλοι,
 το στήθος,
 οι ώμοι,
 τα μάτια...
 μια τελευταία ματιά
 ρίχνω
σ' εσένα
 και εξαφανίζομαι.
 γαμήλιο δώρο
σε μια παράλογη σύζευξη.

ανεπίδοτη επιστολή.

την επιστολή δεν την άνοιξα.
την άφησα κλειστή
να σέρνεται υδρόβια στο χολ,
να σπαρταρά, γυμνή από λέπια
σε περιβάλλον αεροστεγές.
ο αποστολέας δοκίμαζε
τη σκέψη μου.
κάθε επιστολή μια νέα μεταμόρφωση.
ποτέ όμως πρίγκιπας.
εντέλει βάτραχος έμενε.
αυτή τη φορά τον φάκελο τον τσάκισα
στα δυο, όπως σπάει η μνήμη
τα οστά μου ,λεπτά και διαφανή, πορσελάνες Βοημίας.
την κοίταξα φευγαλέα.
το όνομά σου απλωνόταν
αριστερά, δίπλα από το γραμματόσημο ,
που πόζαρε καμαρωτός
ο αθλητής στεφανωμένος.
βγήκα από το δωμάτιο, δυτικά της κοίτης,
στο κάτοπτρο του χρόνου.
το σώμα όλο διέτρεχαν μυρμήγκια,
τα γράμματα τσιμπούσαν τη σάρκα και ηδονικά
το αίμα μου ρουφούσαν.
μηχανικά άναψα τσιγάρο.
να κάψω κάθε συλλαβή με μια ρουφηξιά.

γρήγορα εγκατέλειψα την ιδέα.
τις στάχτες, τις στάχτες του κορμιού μου
ποιος θα μάζευε μετά;
ένα μελίσσι ακούγονταν από βαθιά.
έσταζε κάθε σου φράση γλυκόπιοτο φαρμάκι.
η σκέψη καρφωμένη εκεί . Εσταυρωμένος
χωρίς Ανάσταση.
μάντευα τι λες σε κάθε διάστιχο.
κάθε σου φώνημα που είχες τοποθετήσει,
κάθε έκφραση δυσκολίας, τα διαπιστευτήρια αγάπης
και τέλος μια κλωστή
να ράψω τις ουλές μου.
το γράμμα δεν το άνοιξα ποτέ.
πήρα μόνο το οικόσημό σου,
το κρέμασα στο λαιμό
και με μια ταινία σφράγισα
το χολ μια για πάντα.


μου φτάνει....

μου φτάνει μόνο να έρχεσαι.
να έρχεσαι ξανά και ξανά.
 να μου μιλάς.
για εκείνα που ποτέ δεν θα ζήσουμε.
και να με ακούς.
για όσα ονειρεύομαι για εμάς .
μου φτάνει αυτό.
ένα σημείο μηδέν στο χρόνο,
την ώρα που μιλάμε
και ο κόσμος μοιάζει ακατοίκητος.
μόνο εγώ και εσύ.
μου φτάνει.
να σε ακούω να γελάς και να κλαις μαζί.
να με ακούς να σε αγαπώ και να σε μισώ μαζί.
να μου μιλάς για μια βόλτα στη θάλασσα
να σου μιλώ για έναν κήπο απλό χωρίς βαρύτιμα λουλούδια.
Μου φτάνει.
Να με στολίζεις με τη φαντασία σου και να με φτιάχνεις
μάγισσα, νεράιδα και ξωτικό μαζί.
Να σε περιχύνω με άστρα και να σε φαντάζομαι ιδανικό εραστή
και μαύρο καβαλάρη.
 Μου φτάνει.
Ναι.
Να σε αγκαλιάζω για λίγο και να αφανίζομαι μετά.
Να με φιλάς τρυφερά και να χάνεις τη φωνή σου.
Να ναρκώνεις με δυο σου λέξεις τον πόνο μου
Να ξυπνάω με το άγγιγμά μου το σώμα σου.
Μου φτάνει.
Γιατί αυτό το λίγο
Είναι τόσο αρκετό,
Όσο ένα χάδι της μάνας στο δακρυσμένο παιδί της.



Η Άντζελα Γεωργοτά γεννήθηκε στη Κέρκυρα το 1977, όπου και ζει σήμερα,
σπούδασε  Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Δεν έχει εκδώσει ακόμα κάποια ποιητική συλλογή, δημοσιεύει όμως ποιήματα της
στο διαδίκτυο.  
Εύχομαι στην Άντζελα σύντομα να δούμε την πρώτη της ποιητική συλλογή. 



 

23 Οκτ 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ν. ΑΜΕΡΙΚΗΣ (ΒΡΑΖΙΛΙΑ)

PONAANT  ΝΤΕ ΚΑΡΒΑΛΙΟ

Λυρικός ποιητής (1893-1935). Θιασώτης του παρνασσισμοΰ, δημοσίευσε πέντε ποιητικές συλλογές. Από αυτές, η γνωστότερη τιτλοφορείται «'Ολόκληρη η Αμερική». Ό Καρβάλιο σκοτώθηκε σέ αυτοκινητικό δυστύχημα.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Κοίταξε πρώτα τη ζωή με προσοχή, με αγάπη,
έτσι όπως κάνουν όσοι γυρεύουν να μαντέψουν...
Κοίταξε την κατάματα, γελώντας και δακρύζοντας
κι ύστερα την καρδιά σου άφησε να μιλήσει.

(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΛΔΗ)




Β1ΝΙΚΙΟΥΣ ΝΤΕ ΜΟΡΑΕΣ

Ποιητής και Θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1913. Είναι κυρίως γνωστός από το θεατρικό του έργο «Όρφέο Νέγκρο» (Μαύρος Όρφέας) που γυρίστηκε και κινηματογραφική ταινία. Ό Μοράες έχει εκδώσει 8 ποιητικές συλλογές.


ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Να μη με θάψετε στη γη. Στη φωτιά να με ρίξετε!
Στις φλόγες να τελειώσει ο ποιητής που καίγονταν
μια ολόκληρη ζωή.
Να σπειρωθεί τω σώμα μου σε τελευταίο ένα σπασμό.
Δε θέλω να με κλείσετε σε φέρετρο!-
Στη φωτιά να με ρίξετε. Κ' οι φλόγες 
να με σηκώνουνε ψηλά
τον ποιητή, πού αγάπησε παράφορα τη γη
και δεν μπορεί
νι γίνει αιχμάλωτος της.


Να φέρνω βόλτα τη φωτιά
και να πετώ μέ τά δικά της τά φτερά.
Πόδια και χέρια να μου καίει
και το γλυκό μεδούλι από τα κόκαλα.
Να ξεμουδιάσει το κορμί μου, το παγωμένο από τον Χάροντα
 κι ολόκληρο να λαμπαδιάσει σαν το λιανό το ξεροκλάδι!

Όχι στη γη, μα στη φωτιά να με πετάξετε
και στους ανέμους να σκορπίσετε τη στάχτη μου.
'Αόρατη να τη σηκώσουνε ψηλά
και να την πάν μακριά κατά τη θάλασσα,
τή θάλασσα τη λεύτερη κι ακύμαντη
των παιδικών μου χρόνων.

(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΛΔΗ)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ (Απόσπασμα)

Γι' αύτό είμαστε πλασμένοι:
 Νά θυμόμαστε και να μας θυμούνται
 Να κλαίμε και να κάνουμε να κλαίνε
Και τούς νεκρούς μας να ενταφιάζουμε –
Γι' αυτό έχουμε μακριά τα μπράτσα: για τους χωρισμούς.
Χέρια για να κρατούμε ότι προσφέρεται
Και νύχια για να σκάβουμε τη γης.

Τέτοια θα ‘ναι η ζωή μας:
Ένα δείλι που πρέπει να ξεχάσουμε
 Ένα αστέρι που σβήνει στο σκοτάδι
Ένας δρόμος που διαβαίνει από δυο τάφους –
 Γι' αυτό κι όσοι περνούν από κοντά τους
Λαφριά κι αμίλητοι ας το κάνουν μην ταράξου
Τη νύχτα που κοιμάται στη σιωπή της.

Πολλά δεν έχουμε να πούμε:
Ένα τραγούδι πάνω σε μια κούνια
Μία προσευχή γι' αυτούς που δε γυρνούνε –
Ίσως αγάπης ένα στίχο –
Πρώτη προσπάθεια μετουσίωσης
Με την ελπίδα σ' ένα θαύμα.

 (Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΛΔΗ)




ΑΝΤΑΛΤΖΙΣΑ ΝΕΡΥ

Σύγχρονη ποιήτρια. Γεννήθηκε τό 1905. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Διακρίνεται γιά τήν πλούσια              γλώσσα της και τήν αχαλίνωτη φαντασία της.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ

"Ήθελα να ‘μουν κοντά σου όταν βρισκόσουν ακόμα στου θεού τη σκέψη.
Όταν ή μάνα σου σε κοιλοπονούσε και σ' έθρεφε μι τη ζωή της.
Ήθελα να ‘μουν κοντά σου όταν για πρώτη φορά ξεχώρισες
μορφές, χρώματα, ήχους,
στο πρώτο σου δάκρυ, στην πρώτη χαρά σου. 'Ήθελα νάμουν κοντά σου
 τα χρόνια τα παιδικά σου, να βλέπω τό κορμί σου ν' αλλάζει,
και στα μαγιάπριλά σου,
όταν πρωτοσκιρτήσαν μέσα σου τα παιδογόνα σου κύτταρα.
Στο πρώτο σου κοκκίνισμα, στο πρώτο σου χάδι.
Μαζί σου ήθελα να ‘μαι τη νύχτα της πρώτης αγάπης σου,
όταν μιαν άλλη γυναίκα γνώρισες
κ' είχες στη σκέψη τό πρώτο παιδί σου.

Κοντά σου ήθελα να ‘μαι την ώρα που η ψυχή σου θα φεύγει,
την ώρα που θα λειώνουν το στόμα σου, το μυαλό σου, το φύλο σου   
για να μπορέσω νι μείνω μαζί σου στον κόσμο πού βρίσκεται πέρα,
πιο πέρ' από τό Διάστημα κι από το Χρόνο πιο πέρα..

(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΛΔΗ)


ΡΕΝΑΤΑ ΠΑΛΛΟΤΙΝΙ

Σύγχρονη λυρική ποιήτρια. Ή ποίησή της διακρίνεται για τί λιτότητα των εκφραστικών της μέσων και γιέ τη διαύγεια του ύφους της. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σέ πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

'Έρχεται ο οίνος και σε πίνει,
έρχεται και σε τρώει το κρέας,
κι' όμως τη δίψα πάλι νοιώθεις
κι' όμως την πείνα πάλι νοιώθεις.

Έρχεται ο ήχος και σ' ακούει,
έρχεται σ' αγαπά η γυναίκα,
κι' όμως πώς είσαι μόνος νοιώθεις στη
μέση δράματος και δρόμου.
Έρχεται ο ύπνος και μιλάει,
η ζωή και τ' όνειρο σε κρύβουν.
Τάχα από πού θα σε οδήγηση;
Μείνε, δεν έχει άξια το πού!

(Μετάφρ. ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΥΣΛΝΘΗ)

ΟΝΕΣΤΑΛΝΤΟ  ΝΤΕ ΠΕΝΝΑΦΟΡΤ        

Πεζογράφος, ποιητής και Θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1902. Παραδοσιακός στά πρώτα του βήματα, ο Πενναφόρτ εξελίχτηκε σε ενόν από τους κορυφαίους πρωτοποριακούς ποιητές της Ν. Αμερικής.

ΚΑΜΠΑΡΕ

Τη νύχτα εκείνη που έφτασα
ειδή στη σάλα ένα τραπέζι
και τα δυο μάτια μιας γυναίκας.

Δοκίμασα νά πνίξω στο ποτήρι
τη θλίψη μου, δοκίμασα νά γίνω
ένας και γώ απ’  αυτούς πού έρχονται να γλεντήσουν
και πού γλεντούνε.

Πού μες τη γενική χαρά δεν κατσουφιάζουν,
δεν ψάχνουν για την ηδονή παρά τή βρίσκουν,
πλασμένοι καθώς είναι για να ζούνε.

"Ένας και γω απ' αυτούς που δε γυρεύουν
στου καθρέφτη το κρύσταλλο να βρούνε
-και στο θλιμμένο πρόσωπο τους-
το παιδάκι που ξέσπαγε σε κλάματα,
τότε πού τό χτυπούσαν, πάνε χρόνια.

Ένας και γώ απ' αυτούς που το ποτήρι τους
αδιάφορα κοιτάζουν και δε νοιάζονται
αν άδειο το κρατούν είτε γεμάτο.

Που βλέπουνε τον ουρανό
 να τον σκεπάζουν μαύρα σύννεφα
και δε φοβούνται τη φουρτούνα, σίγουροι
πώς το πολύ-πολύ μπορεί να βρέξει.

Πού δέ νογούν πόσο γελοίοι φαίνονται
-πίθηκοι πού χοροπηδούν –
σ’  αυτούς που δεν ακούν
τό σάλαγο της μπάντας.

Χύνεται η μουσική από το τρομπόνι
σαν το κρασί την πίστα πλημμυρίζοντας.
Κολνούν οί νότες στις γυμνόστηθες τουαλέτες
πού γίνονται σερμπέτι.

Πηγαινοέρχονταν τά πόδια.
άδειασαν άμετρες μποτίλιες
κι ανέβηκε το τσίπουρο στα μάτια.
Κόκκινα μάτια που μετρούσαν
μαστούς, γλουτούς, μονέδες
και στόματα πού δε χόρταιναν να ξεδιψούνε.

Όταν εγώ σηκώθηκα να φύγω
η σελήνη νανούριζε τη μέρα
πού μόλις είχε γεννηθεί,
νεκρή.

(Μετάφρ. Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΛΔΗ)










9 Οκτ 2011

ΣΤΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Ένα μικρό αφιέρωμα στη ποίηση της Στέλλας Γεωργιάδου.



Αγνωσία


Σε γνωρίζω απ’ τη σκιά σου
απ’ τις ρυτίδες της αφής σου
τους υδρατμούς των στεναγμών
το άρωμα της προσμονής
στις τιποτένιες μέρες της αγάπης

Μα σε γνωρίζω περισσότερο
από της λύπης σου τα χρώματα
το εναργές της ερημίας σου φως
του έρωτα τις σιωπηρές λεπίδες
στου σώματος την κόψη

 Ώρες μετά… μέρες ή χρόνια
δε θυμάμαι
αν ήσουν φως γυμνό ή πολυάνεμο πέλαγος
δε θυμάμαι
αν νους ενέδωσε ή σάρκα συνετρίβη
δε θυμάμαι…

Βλέπεις
έχει κι η μνήμη το βυθό της

 
Από την προς έκδοση συλλογή με τίτλο Μάσκα Οξυγόνου

 
 
 
Μικρές νυχτερινές εξομολογήσεις

Μα που χάθηκες;

Πάλι ανοίγω τις πύλες
των θλιβερών μονοπατιών
για να σε ψάξω
χαρά μου

έρχεσαι
………. φεύγεις
έρχεσαι
………. φεύγεις
έρχεσαι
………. φεύγεις
έρχεσαι
ταλαντώνεις τις ώρες μου
κι εγώ
αυτάρεσκα βυθίζομαι
στο ερωτικό νανούρισμα
της θλίψης
 πέτρα στίλβω
απαστράπτω μελαγχολία

στα μπορώ μου
αναδύομαι
Τα θέλω μου
πλαγιάζουν πλάι σου
απόψε

θα ‘ρθω
………… ανεμίζοντας
………… ήχους απόμακρους


το βασίλειο της σιωπής αλώθηκε
 θα 'ρθω
………… όταν
………… στο πυρακτωμένο βλέμμα της νύχτας
………… οι λεπτοδείκτες
………… θα σημάνουν
………… πανσέληνο



Εξόν από άνοιξη

 Τίποτε δεν προμήνυε βροχή
Λαμπρές μέρες
λαμπρή νιότη
λαμπρές προοπτικές
Ο μόχθος έμοιαζε
κύπελλο γεμάτο
και η τύχη
ανοιχτή ομπρέλα
με χαμόγελο πλατύ

 Το θέρος ήρθε πρώιμα
και οι καρποί
φαγώθηκαν
αγίνωτοι ακόμα
Τίποτε δεν προμήνυε
λίβα σαρωτικό
που πέρασε
κι έκαψε το μικρό χωράφι

 Όλα ήρθαν διχασμένα
και στην εκλογή
δεν είχε έφεση
Κι άρχισε να πέφτει
να πέφτει
...........να πέφτει
......................να πέφτει…

Από το βάθος τώρα
κοιτάει ψηλά
κι όλα μοιάζουν
παραλλαγές εποχών
Εξόν από άνοιξη.



Είλωτας

I.

Τα χρόνια
τα δαιμόνια μου
τα έστησα στον τοίχο
Με λέξεις τα βασάνισα
τα κόντυνα, τα τάνυσα
διόλου δεν τα λυπήθηκα
Μελίρρυτος ο πόνος τους
σ’ έναν σατράπη στίχο

Τους μήνες
τους κηφήνες μου
τους χόρτασα με μύθους
Αγάλι η πέτρα το σκοινί
έτρωγε και μ’ επιμονή
ώσπου κοπήκαν’ τα δεσμά
Βαρκούλα μου ακυβέρνητη
στα πέλαγα του πλήθους


Τις μέρες
τις φοβέρες μου
τις άδραξα απ’ το χέρι
Διπλά κι αν τις σεβάστηκα
με κλάματα παιδιάστικα
μου σκάψανε το πρόσωπο
Μικρό το μεγαλείο τους
κι ο ψόγος τους νυστέρι

II.

Κι ήρθες μετά, ήρθες μετά
λίγα λεπτά, αν μετράω σωστά
να μου χαρίσεις φυλαχτά
Με λόγια απτά και διαλεχτά
κυρτά, μεστά, κυματιστά
Μα είχα τα χέρια μου κλειστά
Είχα στ’ αυτιά μου μια βοή
και κρατημένη αναπνοή
Τα χείλη μου ήταν πέτρινα
Τα δάχτυλά μου κέρινα
και η καρδιά μου απούσα

Άγνωστο τι
τέξεται η επιούσα



Vacuum horror

Κρύβονται
Οι πάμπολλες ευγενικές και υψηλές προθέσεις
Οι ανάγκες του ανέφικτου ζην
και του περιζήτητου ευ οι προσδοκίες


Κρύβονται στα όνειρα συνήθως
Κει που το τίποτα μεγαλουργεί
κι επιβιώνει το μακρόν του βίου ό,τι

 Πολλές φορές κρύβονται και στα ποιήματα
Παραλλαγές άπληστης σκέψης
καθώς και μνήμες
βίαια αποσπασμένες απ' τα μέλλοντα
Δε λείπουν οι φαντασιωτικές περιπτύξεις
με του παρόντος την ιδιάζουσα λήθη
Και φυσικά οι πόθοι
οι ευρύτατα αξόδευτοι


Ονοματίζουν έναν δικό τους κόσμο
Ωραίο επιλεκτικά αθώο και βουλημικά επαρκή
Αισθητηριακά απολαυστικό ακόμα και στη θλίψη
Και γόνιμο, προπάντων γόνιμο


Όχι ιδανικό μα ηδονικό σε ό,τι χρήζει θάλπους

Και μία των ημερών
αυτονομούνται απροειδοποίητα
και σε κλειδώνουν απ’ έξω


Πώς θ’ αντιμετωπίσεις πάλι
την ξεχασμένη γεύση του θανάτου
Το όνειδος
την ξιπασιά εκείνης της κατάλευκης σελίδας
Τον εαυτό σου
μπρος τον φόβο του κενού;

Από την προς έκδοση συλλογή με τίτλο Μάσκα Οξυγόνου



Το πιο μεγάλο ψέμα
............................................... Στη Χλόη Κουτσουμπέλη

Που θα σε βρω;
Στις βραδινές
της μοναξιάς μου διαδρομές
ή μες τα πλήθη
των πολύβουων καιρών;


Το άηχο βήμα σου
τώρα προσεκτικά πλανιέται
σ’ εκείνα τα παλιά ημερολόγια
Να μην ξυπνήσει ο θυμός
της απουσίας την απόσταση
“Τόση ζωή, για μια στιγμή”
ένα φεγγάρι Αυγούστου
στο προσκέφαλο


Αχ, πόσο το λαχτάρησα
το γέλιο εκείνο
που χόρευε στα μάτια σου
πριν στα δικά μου χείλη
να ξεσπάσει


Έλα λοιπόν
πες μου κι απόψε
τ' αγαπημένο, τ' όμορφο
το πιο μεγάλο ψέμα
νανούρισμα περαστικό
σε νύχτες πλανεμένες
Κι ύστερα φύγε πάλι
σαν το φεγγάρι ολόγιομος
στου Σίσυφου το βάσανο
αιώνια ζεμένος


Λέξεις σε φέρανε
και λέξεις σε ξεχνάνε.
 
 
 
Κόμπος

Ήταν ένα συναίσθημα προδοτικό
Ανήσυχα στο στέρνο συστρεφόταν
Μέρες και μήνες
Αιώνας πολιορκητικός
Κι ήθελε να ‘ναι το φιλί
ήθελε να ‘ναι χάδι
μια λέξη έστω, τρυφερή
ήθελε, ήθελε…


Ένας πολύτιμος μύθος
φυλαγμένος
σε στήθος έφηβο


Ώσπου μια μέρα
-χαριστική ή των δακρύων;-
παράξενα διογκώθηκε
την άνοδό του διακινδυνεύοντας
Μα δεν το χώρεσε


Εκεί σταμάτησε
κάπου στο μέσο
του λαιμού της και της θλίψης
Μόνος και μόνιμος
Σφιγμένος κόμπος



Ρά-θυμος παρατηρητής πετροβολάει φεγγάρια


.............................................Ο θυμός είναι ένα οξύ που κάνει περισσότερη ζημιά
.............................................στο δοχείο που το περιέχει, παρά σε οτιδήποτε χύνεται
.............................................(Mark Twain)


                                                                                                                                                                       
 Ναι, θέλω να σε σκοτώσω
Σε σένα μιλώ
και μην κάνεις τον ανίδεο
Και να θέλεις να κρυφτείς
πια δε γίνεται
Σε προδίδουν οι σκέψεις μου
που σέρνονται ανόρεχτα στο πάτωμα
καθώς απομυζάς κάθε μου ικμάδα


Τόσον καιρό σφηνωμένος ανάμεσα
στα δυο πιο ηχηρά φωνήεντά μου
Το πιο μακρύ της ηδονής
μα με το άλλο της ισχύος
με καταδυναστεύεις
Και πάλι κρύβεσαι
δειλέ


Έτσι ήσουν πάντα
Δειλός κι αναπάντεχος


Έπαιζες χρόνια με τη αντοχή μου
να της επιταχύνεις την απώλεια
Κούφιες ιδέες σκάλιζες στα κούτσουρα
για να μακραίνεις τις διαστολές του χάους
και να μικραίνεις τις ρηχές μου πιθανότητες
να ορθώσω το ανάστημά μου στο παρόν


Φόνος ιδιαζόντως ειδεχθής
και προμελετημένος


Με απειλείς με συσσώρευση
κι ηρωικές εξόδους;
Μ’ έναν Άρη κρυμμένο
στα φουστάνια της εγκράτειας;
Χα
Απίστευτη η πονηριά σου


Θα πεθάνεις, πριν τα τοξικά σου
απόβλητα εισχωρήσουν
στη μόνη πια αλώβητη
περιοχή της ύπαρξής μου
Κι ας φθονείς το μικρό μου
ατσάλινο προπύργιο
Μ’ αυτό θα σε συντρίψω
Πλησιάζει η ώρα
Τα μεσάνυχτα οι επιλογές κωφεύουν


Η ηρεμία ανακάμπτει οκλαδόν
κι εγώ χαμογελώ σ’ έναν καθρέφτη
που δεν ράγισε.



Επεισόδιο

Δουλειές του ποδαριού 
βαριά στους ώμους η ζωή
κι εσύ χαμόγελο πλατύ
και μαύρα μάτια, μόνο μάτια
κατάστηθα να με καρφώνεις
Ούτε οχτώ χρονώ καλά-καλά

–Πάρε, πάρε ένα κουκλάκι

Δε θέλεις οίκτο κι ούτε αφορμή
της περηφάνιας σου η λάμψη
να ραγίσει
Η άρνηση ν’ αποδεχτώ την ύπαρξη
τόσου άδικου μαζί
μένει μετέωρη

Μ’ ένα ζεστό γέλιο γάργαρης αθωότητας
σαλτάρεις πρόωρα
στον άξενο κόσμο
της σκληρής επιβίωσης
και των χαμένων ευκαιριών
Κόσμο ρατσιστικά ενοχικό στην ευτυχία


Κι όμως ξεκαρδίζεσαι
και χαρίζεσαι…



Σ-πειράματα

 Ρίμα το κρίμα με τον θυμό
δεν κάνει· σφιχτό στεφάνι
σ’ άδειο λαιμό. Κι’ ένας πνιγμός
να κρέμεται απ’ το ταβάν


Η εσπέρα, πέρα στα βροχερά
λαγοκοιμάται, δε θυμάται
ποιος ειν' εδώ. Κλαίει γοερά
και μια παντιέρα συλλογάται


Μα εγώ αγαπάω τα σκοτάδια
ψαχουλευτά να δραπετεύω
απ’ τα σημάδια και να γιατρεύω
απελπισίες παροδικές να ημερεύω
με λέξεις χάδια


Μικρό σπουργίτι, παιδί ισοβίτη
αναστενάζει, και χειμωνιάζει
σε μια βραδιά. Μένει του αστρίτη
ο συριγμός, να σε χλευάζει


Μια πεταλούδα κόρη Ιούδα
αχ πως χορεύει, σα να γυρεύει
ένα φιλί. Με ροζ βερμούδα
και λάγνα γέλια, φως παζαρεύει


Κι εσύ μισείς τα αεροδρόμια
σ’ αναμονές αποκοιμιέσαι
και πεζοδρόμια. Κι αναρωτιέσαι
ποιες τροχιές σ’ έχουν ξεχάσει
σ’ ονειροδρόμια.




Μετουσίωση

Χίλιες φορές προσπάθησα
τη λύπη να συντρίψω
και τη χαρά
που κατοικεί εντός μου
ν’ ανασύρω
Εντός και μόνη

Αρνείται


Λύπη… λύση… φύση… φυγή
Θέλει κι άλλα ουσιαστικά
Αναζητά θυσίες… ουσίες… μεσσίες… σωσίες...
Χαρά… χώμα… φτερά…
Θέλει κι άλλη τόλμη


Τα παιχνίδια της ψυχής
με τις περιπλανήσεις του νου
δε συμπλέουν
Σώμα… κώμα… κύμα...


Ήθελα να φτιάξω
χαρά, αίμα, και ψυχή
από λύπη, νερό και σώμα
Αυτές οι βασανιστικές λέξεις
ξελογιάζουν το νου μου


Παραπλανητικές υπεροψίες
σταθμεύουν
στην ταραγμένη μου
αποφασιστικότητα


Θέλει κι άλλο κόκκινο
και που να βρεθεί;
Μια ζωή κυνηγός του γαλάζιου
ονείρου; ουρανού;
Δε θυμάμαι πια


Κι αν δεν ήταν
τόσο μακρινή η υπόσχεση
ή
τόσο εύθραυστη η προσμονή
ίσως να τα κατάφερνα.



Ύλη των θαυμάτων


Εγώ κοιμόμουν του καλού της λήθης
μα αγρυπνούσανε τα όνειρα
απείθαρχα
κι έφτιαχναν μονοπάτια να διαβώ
να ιστορήσω
Κρυφά ακόμα κι απ’ τον ύπνο μου

Εκεί που δύσβατοι ηχούσαν' οι χρησμοί
εκεί που έσπαζε της αντοχής μου
ο κόμπος
εκεί στα ορεινά που δε μ’ αξίωναν
τα πόδια μου τα γυάλινα να φτάσω


Ξυπνούσα ευτυχής τα πρωινά
ανάμεσα σε στοχασμούς και πλάνη
ανακαλύπτοντας απ’ την αρχή
παλιούς και νέους
μικρούς αυτόφωτους πλανήτες


Γκρεμίστηκαν τα όρια του τεχνητού μου κόσμου


Σε μιας παράλληλης ισημερίας το μεταίχμιο
κοντοστάθηκα δειλιάζοντας και σε ρωτώ:
Να προχωρήσω;
Το ‘να κομμάτι μου σε υπέργεια αναταραχή
Τ’ άλλο να βρίθει κορεσμό κι εμπιστοσύνη
στο ερχόμενο
Να προχωρήσω;


Κι όμως
Σε θέση ανατροπής πάλι με τοποθέτησε η αγάπη
Σχήμα κλειστό στέρηση βάρους τ’ όνομά της
Δίνει ζητά και αντηχεί περιεχόμενο
στις σκέψεις και στις πράξεις που την αληθεύουν
Στον έρωτα που την εγκαθιστά
πότε επάνω σε σταυρούς και πότε
στα λαγαρά νερά του εξαγνισμού
Το ήθος και το ύφος της προσωπικό
η αλήθειά της επιχείρημα αστήρικτο
κι η δύναμή της, μια ανεξήγητη αποδοχή


Μη με λυπάσαι που αστοχώ τόσο συχνά
Μάχιμη εσαεί η κληρονομιά μου


Όσα “τετέλεσται” κι αν ξεπηδήσουν
απ’ τα σπλάχνα μου
Έλα θα πω
με αφθονία θέλησης με μόχθο


Έλα
θα ξαγρυπνήσουνε τα όνειρα κι απόψε
και θα μυρώσουν
την αποκαθηλωμένη μας οδύνη
Η αγάπη θα μας εύρει σκεπασμένους
με το κατάλευκο, λινό σεντόνι του αύριο


Κι είθε να γίνει ό,τι ελπίζω
κι ό,τι ευχήθηκα
σε ημέρες τρεις.

Από την προς έκδοση συλλογή με τίτλο Μάσκα Οξυγόνου




Κοιμήσου Έλλη

..........................................................................  αφιερωμένο στη μνήμη

..........................................................................  και στην απώλεια



Η Έλλη δεν θα ξαναμιλήσει

Δεν θα ξανακοιμηθεί στα σκαλιά

κυνηγημένη απ’ τους άγριους αέρηδες

Δεν θα μου ξαναγελάσει πια

μ’ εκείνη την καλοσυνάτη τρέλα της

Η Έλλη απεβίωσε, ετών 68

Το είδα το χαρτί, με τη μαύρη τρέσα

κολλημένο πάνω απ’ τα κοινόχρηστα

που πάλι ξέχασα να πληρώσω



Ήταν σχεδόν όμορφη, ξαπλωμένη αναπαυτικά

κάτω απ’ το μαλακό φως των κεριών

Δυό μακρινοί συγγενείς όλο κι όλο

κι ο παπάς της ενορίας με βλέμμα ανακούφισης

Δεν πλησίασα



Τουλάχιστον τον γλίτωσες τον φετινό χειμώνα

Και που ξέρεις; μπορεί αυτό να ‘ναι

το ταξίδι που σχεδίαζες

Έτσι δεν είναι Έλλη;

Νεκρή άλλωστε, όλοι σε αγαπούν

Κι εγώ, δε θα νυχοπατάω πια
όταν γυρίζω απ’ τα ξενύχτια μου

μη σε ξυπνήσω και τρομάξεις

Κανένας πεθαμένος δεν ξυπνά

Να 'ξερα μόνο, ότι πήρες τη μάλλινη εσάρπα σου

Τι καιρό κάνει άραγε εκεί στον Άδη;



Πόσο θα ‘θελα να μη σε ξεχάσω

μα αδίστακτος ο χρόνος, προχωρά

κι εσύ

από καιρό το ήξερες.



.......................................................................... (09 Οκτωβρίου 2007)




Εραστής της ζωής


Σα να τον βλέπω
Χαμογελαστός, πάντα καλοδιάθετος
γερμένος στο ένα πλάι με το ποτήρι στο χέρι
στο ντιβανάκι της παλιάς μας σάγιας
–τη γκρέμισαν, πάει κι αυτή–
να μας μιλά για ιστορίες του κρασιού
και του μεγάλου πολέμου
Κουτσούβελα εμείς, δεκατρία
Κι όλο θέλαμε
Λίγο κρασί, απ’ το δικό του
Και
“Κυρά Μαρία, τα παιδιά πεινάνε”
Αχνιστοί κεφτέδες
Ιστορίες του κρασιού
Το αμπέλι έμπλεκε στα μαλλιά μας
Ο πόλεμος στους φόβους μας
Ο παππούς ξόρκιζε φαντάσματα
Με το ποτήρι στο χέρι
Έγραψε τον επίλογο



Παρ-άλογα


 ............  Δε θέλω ειρμό, να θάψω μόνο τις λέξεις μου στις χωματερές του κόσμου



Ποιος είν' εδω; Κανείς δε βλέπει;
Υπήρχες κάποτε
Και θάλασσα ήσουν
και ήλιος
και ομίχλη
και αναπάντεχη άνοιξη

Υπήρχα κάποτε
Ταξιδιάρικο σκαρί
σε ονοματισμένους προορισμούς
λιμάνι ζωή
λιμάνι όνειρο
λιμάνι θλίψη

Ξημέρωσε ακαιρία

Ερημώσαν' οι σταθμοί
Οι έγνοιες
βυθίστηκαν στη λήθη
Ακόμα πιο ξένη αίσθηση
αυτή που με κυκλώνει

Το ξημέρωμα διστακτικό
αναποφάσιστο
Δεν βρέχει, δε φυσά, δεν αναπνέει
Το τέλος, στην αρχή του εφαπτόμενο
χωρίς ενδιάμεσο, χωρίς αποδοχή
Βουτηγμένα τα δάχτυλα στη σελήνη
χαράζουν αφηρημένα σκοτάδια
Ασταθείς οι αναπολήσεις
μετεωρίζονται και μεταμορφώνονται
Ότι ήταν χθες, δεν είναι πια
Μεταλλαγή του πουθενά και του ποτέ

Γεννιούνται τα τυχαία και σκορπίζουν
αντικατοπτρισμοί χωρίς ειρμό
σκάβουν τα σπλάχνα του κενού
με μανία
Ανία

Ερημία
Είναι εκδοχή ζωής;
Ακαιρία
Είναι εκδοχή ανυπαρξίας;

Δανεικοί καιροί προστατεύουν
ό,τι ξεχάστηκε να σβήσει
και ό,τι μέλλει να γραφτεί
πριν σβήσει

Λευκοί ήχοι, συχνότητες άπιαστες
κρούουν την έσω σιωπή
Αναισθησία εναίσιμη
οιονεί παρατάσεις

Ας ξυπνήσει επιτέλους το πρωινό
να σεργιανίσω ξανά τον κόσμο
Κάπου θα υπάρχει.



Διάτρητος και μόνος


Ο ποιητής μοιάζει με πληγωμένο άνεμο. Έναν άνεμο γεμάτο τρύπες. Φυσάει και κανένα καράβι δεν προχωρά. Ούτ’ ένα μέτρο, ούτε μισό κλυδωνισμό. Φυσάει, φυσάει, μέχρι που τα πνευμόνια του στεγνώνουν. Και μόνον εκείνος νοιώθει τον αέρα, που εξέπνευσε. Τριγύρω νηνεμία. Γέλια, χαρές στις παραλίες, βόλτες, μαμάδες σπρώχνουν καροτσάκια, ερωτευμένα ζευγάρια, στην πόλη μποτιλιάρισμα, συναλλαγές στα ύποπτα τραπέζια, αγγελίες, εξαγγελίες, απάτες κι οφθαλμαπάτες. Κι αυτός; Μόνος. Μόνος κι αόρατος. Αόρατος κι αόριστος. Ένας αόριστος γεμάτος τρύπες. Μα ποιος να τις δει; Ποιος θα δει πώς αιμορραγεί ένας αφανής άνεμος; Σέρνεται στις αγορές, στα πάρκα, στα στενά δρομάκια και τα φρεσκοσκαμμένα πεζοδρόμια. Περνάει απ’ τα πάτρια, τα οικεία, τ’ αλλότρια. Ίχνη αναίμακτα, παντού. Σκορπίζει την ψυχή του, τη σκορπίζει και χαίρεται. Χαίρεται και γαληνεύει. Η οικουμενική του ταυτότητα πλημμυρίζει το σύμπαν. Ένα σύμπαν διάτρητης ύλης. Άνεμος ατάραχος χαϊδεύει τις τρύπες του σύμπαντος. Κάποιες νοικοκυρές καθαρίζοντας τις αυλές, μαζεύουν τα ξερά φύλα σε σωρούς και τα καίνε. Καίνε τις νοσταλγίες του και τον αφήνουνε γυμνό στην αδυσώπητη μνήμη. Μνήμη, που τρέφει το παρόν και απαιτεί τροφή από το μέλλον. Πώς να σκαλίσει τώρα τα παλιά του υλικά, να επιδιορθώσει τους ιμάντες της βραδυπορίας του; Χώνεται βιαστικά στο συμβατικό του σώμα και υποτάσσεται. Εκεί, απόλυτα προφυλαγμένος, θα τραγουδήσει πάλι τον προορισμό του αίματος.

Από την προς έκδοση συλλογή με τίτλο Μάσκα Οξυγόνου



Ναϊάδες


Τις είδα πάλι τις ξωτικιές, εκεί στη μαύρη λίμνη
Σε ξέφρενο χορό ν’ αφήνονται
Στα φυλαγμένα ιερά των μυστικών πηγών
με τους απανταχού απόντες
Μ’ ένα άηχο πάφλασμα, ανεπαίσθητο σχεδόν
-σε μέθη πρόωρου βαπτίσματος-
οι αρμονικές της δόνησής τους
επιφανειακά μεταβληθήκανε και χάθηκαν
κύκλους διαγράφοντας ερωτικής ακολουθίας

Ομόκεντρα αρμενίσανε τη νύχτα τους, μα ανήσυχα
μέχρι τις ακανθώδεις όχθες του συνειδητού
Με τα αιθέρια κάλλη τους, τα άμορφα
ανήλθαν αλαλάζοντας
στο ένα και μόνο φως του φεγγαριού
Άτρωτες έμοιαζαν
ωσάν πορεία αναπόφευκτου
σε τροχιά ελεγχόμενου κινδύνου

Δεν είναι βλασφημία στους ανθρώπους
να στέλνουν οι θεοί τέτοιες προκλήσεις
με τη μορφή οπτασίας υδάτινης και πόθου σκοτεινού
Kατόπιν, να περιφρονούν αυτούς που ενέδωσαν
βυθίζοντας στα σπλάχνα τους μεγαλειώδη τρέλα
και τόση, τόση ακούσια φυγή
απ’ τις θνητές μα κι αναγκαίες τους δυνάμεις

Κι αν γεννηθήκαν ήρωες από κείνες τις ενώσεις
ή ποιητές ή και σοφοί ακόμα
ήτανε μήπως του θανάτου εξαιρετέοι;

Μη μου μιλάτε πια, θαρρώ ξημέρωσε
Αυτές, στα μαύρα βάθη τους χαθήκανε
και μ’ άφησαν εμένα εδώ, μονάχο περιβόλι
Αυτάρκες μεν, αλλά χωρίς πρωτόπλαστους
χωρίς καμιά, καμιάν αμφιβολία
Δίχως ανάγκη πια για επανάσταση
χωρίς καν έρημο
μα ούτε κι ερμηνεία.





Η Στέλλα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1966 στη Χαλκιδική. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διατήρηση Ιστορικών Μνημείων και Πόλεων στο KUL του Βελγίου. Από το 1996 ζει και εργάζεται μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Με τη συγγραφή ποιημάτων ασχολήθηκε συστηματικά τα τελευταία πέντε χρόνια. Πολλά ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στάχτες και στις λογοτεχνικές ιστοσελίδες, Περί-γραφής, Περισυναγωγή διαδικτυακής ποίησης και Λογοτεχνικό καφενείο. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικό περιοδικά Εντευκτήριο, Εμβόλιμον και Παρέμβαση. Υπό έκδοση βρίσκεται και η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο, Μάσκα Οξυγόνου.